ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗ Θ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥ ΑΓ. ΙΑΚΩΒΟΥ ΤΟΥ ΑΔΕΛΦΟΘΕΟΥ 2025
†ΑΡΧΙΜ. ΣΠΥΡΙΔΩΝΟΣ ΚΑΤΡΑΜΑΔΟΥ
Η Αγ. Γραφή από τις πρώτες γραμμές της διδάσκει ότι ο άνθρωπος είναι πλασμένος «κατ’ εικόνα» και «καθ’ ομοίωσιν» Θεού (Γεν. α’, 26). Αυτό σημαίνει ότι ο άνθρωπος είναι λογικός, αθάνατος, εικόνα αρετής και δεκτικός της σοφίας του Θεού και έχει τη δυνατότητα να γίνει Θεός κατά χάριν. Η πτώση του ανθρώπου δεν άλλαξε το σχέδιο του Θεού για τη θέωσή μας. Κατά τον Άγ. Μάξιμο τον Ομολογητή, η ενανθρώπιση του Χριστού δεν ήταν αποτέλεσμα της αμαρτίας του ανθρώπου, αλλά εκπλήρωση του σκοπού της υπάρξεώς του. Με την αμαρτία των πρωτοπλάστων άλλαξε ο τρόπος πραγματοποιήσεως του σχεδίου του Θεού να γίνουμε κατά χάριν θεοί. Ο Υιός και Λόγος του Θεού θα γινόταν άνθρωπος και αν ακόμα δεν έπεφτε ο Αδάμ, για να γίνει το ανθρώπινο γένος Θεός κατά χάριν. Έτσι ο Κύριός μας αφού ολοκλήρωσε το έργο του στη γη με το σχέδιο της Θ. Οικονομίας, λίγο πριν αναληφθεί άφησε στους Αγ. Αποστόλους την εντολή να συνεχίσουν το έργο Του, κι Εκείνος θα είναι συνεχώς δίπλα τους (Μτθ. κη’, 16 – 20). Οι Απόστολοι στην Πεντηκοστή άρχισαν την εφαρμογή της εντολής Του, δημιουργώντας την Πρώτη επί γης Εκκλησία (Πρ. β’, 1 – 27). Από τότε και μέχρι σήμερα το σωτήριο έργο του Χριστού, να γίνουμε κατά χάριν θεοί, συνεχίζεται μέσα στην Εκκλησία.
Ο Χριστός με το κήρυγμα, τα θαύματα, τη Σταύρωση και την Ανάστασή Του άνοιξε στον πιστό σε Αυτόν άνθρωπο τον δρόμο που μας οδηγεί στη Βασιλεία Του. Έργο της Εκκλησίας είναι να οδηγεί τον άνθρωπο στη Βασιλεία του Θεού και να τον βοηθά να τη ζήσει από αυτή τη ζωή (Λουκ. ιζ, 21). Η βίωση της Βασιλείας του Θεού και η σωτηρία της ψυχής μας λαμβάνουν χώρα μόνο εντός της Μίας, Αγίας, Καθολικής, Αποστολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας και είναι καρπός και αποτέλεσμα της συνεργασίας Θεού και ανθρώπου. Ο άνθρωπος με τον αγώνα της μετανοίας δείχνει την αγαθή και καλή του διάθεση και προαίρεση και έρχεται η Χάρη του Θεού και τον «αγκαλιάζει». Στο πλαίσιο αυτού του αγώνα για να συναντηθούμε και να συνεργαστούμε με τον Θεό για την σωτηρία μας εντάσσεται και η συχνή και συνειδητή συμμετοχή μας στα Μυστήρια της Εκκλησίας και φυσικά στο ένα το βασικό το μοναδικό το Ι. Μυστήριο την Θ. Λειτουργία.
Η Θ. Λειτουργία γνωρίζουμε όλοι μας δεν είναι μια απλή τελετή, μια απλή εκκλησιαστική έστω προσευχή όπως οι Παρακλήσεις, ο Εσπερινός, το Απόδειπνο κλπ. Είναι κάτι το μοναδικό και ότι ανώτερο μπορεί να υπάρχει πάνω στη γη. Είναι ολοκλήρωση του σχεδίου της Θ. Οικονομίας, δηλαδή ολοκλήρωση και καταξίωση όλων των θαυμαστών γεγονότων που εργάστηκε ο Θεός για τη σωτηρία μας. Ο κάθε πιστός που συμμετέχει στη Θ. Λειτουργία, που ζει και βιώνει το τι γίνεται σε αυτή, ζει ουσιαστικά τη ζωή του Χριστού και είναι μυστηριακά παρών σε όλα τα γεγονότα που συντέλεσαν να σωθούμε. Είναι επίσης κάθε Θ. Λειτουργία μία Θεοφάνεια, μία φανέρωση της Αγ.Τριάδος. Αρχίζουμε πάντα με την δοξολογία της Αγ. Τριάδος, στην Αγ. Αναφορά στην συνέχεια, ικετεύουμε τον Πατέρα να αποστείλει τον Παράκλητο για να καθαγιάσει την προσφορά του Υιού και να μας χαρίσει το Σώμα και το Αίμα Του και όταν κοινωνούμε γινόμαστε Ναός της Αγ. Τριάδος. Η κάθε Θ. Λειτουργία είναι μία Σύνοδος-σύναξη όλων των αδελφών που από κοινού ομολογούμε την αυτή πίστη και μία συνοδοιπορία από την γη και τα ανθρώπινα και ευτελή προς τον Ουρανό και σε αυτή την χέρι-χέρι κοινή πορεία μας είναι παρόντες εκτός του Τριαδικού Θεού, η Παναγία Μητέρα του Χριστού και δική μας Μητέρα και όλοι οι Άγιοι, και οι Άγγελοι αλλά και όλοι οι πιστοί, ζώντες και κεκοιμημένοι. Η χωρίς βαριεστιμάρα συνειδητή συμμετοχή μας στη Θ. Λειτουργία φέρει την καλή εσωτερική και εξωτερική μας φωτεινή αλλοίωση και κατ’ επέκταση σε ολόκληρη τη ζωή μας και σε όσους είναι γύρω μας. Ο λειτουργημένος άνθρωπος βλέπει τα πάντα γύρω του σαν ευλογία, όλα γίνονται αφορμή αγιασμού από τον Δωρεοδότη Θεό και αντιδωρίζει την ευχαριστία του ομολογώντας και ζώντας με τη βιωτή του την πίστη του στον Αναστημένο Χριστό και βιώνει ενεργά την ιδιότητά του ως μέλος του Σώματος του Χριστού και μέλος της Εκκλησίας.
Η αληθινή και όχι αόριστα μία πίστη στο Θεό και η συμμετοχή στην Ευχαριστιακή Σύναξη, αποτελούν για κάθε μέλος της Εκκλησίας δυο πραγματικότητες αξεχώριστες. Ο συνειδητός χριστιανός δεν μπορεί να ζήσει χωρίς τη Θ. Λειτουργία. Τα υπερώα του Μυστικού Δείπνου και της Πεντηκοστής, που συνέχειά τους είναι ο κάθε Ορθόδοξος Ναός, αποτελούν τους τόπους της παρουσίας του Θεού και τους χώρους που μπορούμε να λάβουμε θ. Χαρίσματα. Η «ομοθυμαδόν επί το αυτό» προσκαρτέρηση των πιστών εκφράζει την ενότητα του εκκλησιαστικού σώματος, που εδώ και τώρα προγεύεται τα αγαθά της βασιλείας του Θεού. Έτσι ο τακτικός εκκλησιασμός δεν αποτελεί για μας μια απλή συνήθεια, ένα τυπικό θρησκευτικό καθήκον, μια κοινωνική υποχρέωση ή έστω μια ψυχολογική διέξοδο από τον ασφυκτικό κλοιό της καθημερινότητας, δεν είχα τι να κάνω και που να πάω πάω στην Εκκλησία. Με την προσέλευσή μας κάθε τουλάχιστον Κυριακή στο Ναό εκφράζουμε μια υπαρξιακή μας ανάγκη να ζήσουμε με όσα τραγικά συμβαίνουν σήμερα γύρω μας, αληθινά, αυθεντικά, να συναντήσουμε την Πηγή της ζωής, το Δημιουργό μας , και να ενωθούμε μαζί Του, να εκφράσουμε την αγάπη και την ευλάβειά μας σε αυτούς που προείπα είναι παρόντες μαζί μας την Παναγία και τους Αγίους, του φίλους του Θεού και δικούς μας αληθινούς φίλους και να νιώσουμε δίπλα μας ο ένας τον άλλο ως πνευματικούς αδελφούς.
Η Θ. Λειτουργία είναι ο Χριστός και η παρουσία Του. Είναι το Μυστήριο το οποίο μαζεύει τα τέκνα του Θεού, τα διεσκορπισμένα, είναι η σύναξη, η κοινωνία με τον Χριστό, η ενότητα μεταξύ μας. Ο Άγ. Ιγνάτιος Αντιόχειας σημειώνει ότι μέσα στο Μυστήριο της Θ. Λειτουργίας θεραπεύεται ο άνθρωπος από τον θάνατο και από ότι είναι θάνατος γίνεται σώφρων και ιματισμένος με την Χάρη του Αγ. Πνεύματος. Μέσα σε αυτή τη σύναξη ενώνεται με τους αδελφούς κοινωνώντας τον Χριστό και νικώντας τον θάνατο. Ερχόμαστε στη Θ. Λειτουργία γιατί αυτός ο πόθος, ο έρωτας, ο καημός για το Χριστό, θα γεννήσει την προσευχή, την ικεσία και την παράκληση. Μέσα στη Θ. Λειτουργία δεν υπάρχει κάτι που να μην είναι Χριστός. Μέσα στη Θ. Λειτουργία λέγονται όλα, μιλάει για τον πόνο, τη θλίψη, τον πειρασμό, την κούρασή μας, για το σήμερα, για το μέλλον μας, για το παρελθόν μας. Δεν απουσιάζει κανένας και τίποτα από τη Θ. Λειτουργία, τα λειτουργικά μας κείμενα, γράφτηκαν αγιοπνευματικά με τέτοιο τρόπο, ώστε να μπορεί να πάρει ο άνθρωπος μία λέξη και να την κάνει όχημα να κατέβει στην καρδιά του, να δει την κατάστασή του και να ανέβει για να δει όλα αυτά τα οποία αποκαλύπτονται μέσα στα μυστήρια από την αγάπη του Θεού για τη σωτηρία μας.
Τις παραπάνω σκέψεις μας θα τις ολοκληρώσουμε με μία σημαντική υπενθύμιση. Ο σκοπός της φυσικής παρουσίας μέσα στη Θ. Λειτουργία είναι η προσέλευσή μας και η σύνδεση διά της Θ. Κοινωνίας με τον Χριστό και με όλους τους αδελφούς. Μέσα στη Θ. Λειτουργία μεταλαμβάνοντας ο καθένας μας Σώμα και Αίμα Χριστού, φωτίζεται, αγιάζεται, χριστοποιείται – θεώνεται, λαμβάνει άφεση αμαρτιών και υπόσχεση της αιωνίου ζωής. Η Θ. Μετάληψη καθιστά τον καθένα μας που μεταλαμβάνει, όσο το δυνατόν λιγότερο ανάξια, «σώμα Χριστού» και «μέλος εκ μέρους» αυτού του σώματος της Εκκλησίας, του Χριστού. Το Σώμα και το Αίμα του Χριστού, όχι συμβολικά αλλά πραγματικά που μεταλαμβάνουμε στη Θ. Λειτουργία μας χαρίζουν πληρότητα, μας κάνουν να αισθανόμαστε «συμπολίτες των αγίων και οικείοι Θεού».
Οι προϋποθέσεις για να προσέλθουμε στη Θ. Κοινωνία είναι: Φόβος Θεού, πίστη και αγάπη, έτσι ακούμε να μας καλεί η Εκκλησία για να προσέλθουμε στο Άγ. Ποτήριο. Ο Φόβος Θεού δεν είναι δουλικός ή ψυχολογικός φόβος. Είναι ευγενικό αίσθημα ευλαβείας, κατανύξεως, συστολής και δέους απέναντι στον Πανάγιο Τριαδικό Θεό. Χρειάζεται κοινή πίστη και κοινή ομολογία στην Αγ. Τριάδα, στην ενανθρώπιση του Χριστού, στη διδασκαλία της Εκκλησίας, στα Μυστήριά Της και ιδιαίτερα της Θ. Λειτουργίας – Ευχαριστίας. Απόλυτη πίστη ότι μεταλαμβάνουμε το αναστημένο Σώμα και Αίμα του Χριστού, και αγάπη προς τον Θεό και τον συνάνθρωπο ως η τρίτη απαραίτητη προϋπόθεση. Αγαπούμε τον Πανάγαθο Θεό για τις άπειρες ευεργεσίες του στην αναξιότητά μας. Αγαπούμε και τους συνανθρώπους μας, ιδιαίτερα όσους μάς έθλιψαν και μάς έκαναν ή μας κάνουν κακό και εμείς τους συγχωρούμε. Οι παραπάνω προϋποθέσεις οφείλουν να συνοδεύουν συνεχώς τη ζωή μας για να πορευόμαστε κεκαθαρμένοι από τα πάθη με μετάνοια και άσκηση. «Ο τρώγων μου τη σάρκα και πίνων μου το αίμα εν εμοί μένει, καγώ εν αυτώ» (Ιω. 6, 56). Με τη Θ. Κοινωνία γινόμαστε, με ένα άρρητο τρόπο, σύναιμοι και σύσσωμοι Χριστού, ενωνόμαστε με τον Χριστό και θεοποιούμαστε και ταυτόχρονα, ο Χριστός εισέρχεται στην ψυχή μας, την θεραπεύει από τα πάθη, της δίνει αγαλλίαση, φωτισμό, δύναμη, τονώνεται η πίστη και μετέχουμε της αναστάσιμης εμπειρίας και της χαράς του Παραδείσου. Γι ’ αυτό και σε κάθε Θ. Λειτουργία, αφού κοινωνήσουμε ψάλλουμε: «Είδομεν το φως το αληθινόν, ελάβομεν Πνεύμα επουράνιον, εύρομεν πίστιν αληθή, αδιαίρετον Τριάδα προσκυνούντες. Αύτη γαρ ημάς έσωσεν». Έτσι, αναχωρούμε από το Ναό με τη δύναμη να αντιμετωπίσουμε σύμφωνα με το θείο θέλημα και με την προοπτική της αιώνιας ζωής τη φθαρτότητα και σκληρότητα του καθημερινού μας βίου.
Τελούντες και φέτος την Θ. Λειτουργία του Αγ. Ιακώβου του Αδελφοθέου και αναβαπτισμένοι στην γνώση για το τι είναι για τον καθένα μας η σημερινή αλλά και κάθε Κυριακή συμμετοχή στην Θ. Λειτουργία, ας ευχηθούμε, το σπίτι του Θεού, ο Ναός μας που με το ιλαρό φως του και την ευωδία του Παρακλήτου γεμίζει την ύπαρξή μας, να παραμένει το δικό μας αληθινό σπίτι και η κάθε Θ. Λειτουργία που μας αξιώνει ο Θεός εδώ να τελούμε, να καταστεί το κέντρο της υπάρξεώς μας, η δε Αγ. Τράπεζα της Ευχαριστίας, να αποβαίνει για τον καθένα μας «ψυχοτρόφος και ζωοποιός». Αμήν

