ΑΠΟ ΤΟΝ ΒΑΡΥΣΗΜΑΝΤΟ ΛΟΓΟ ΤΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ Κ.Κ. ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΥ ΣΤΗ ΒΟΥΛΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ 4/05/2026
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: †AΡΧΙΜ. ΣΠΥΡΙΔΩΝΟΣ ΚΑΤΡΑΜΑΔΟΥ
«..Δεν είναι τυχαίο, ότι η Ελληνική γλώσσα και η Ορθόδοξη πίστη ανήκουν στον πυρήνα της πνευματικής και πολιτισµικής ιδιοπροσωπίας του Γένους µας. Εάν στην ιστορική πορεία του δεν έσβησε ποτέ ο λύχνος του Αρχαίου Ελληνικού Πνεύματος, αυτό οφείλεται στο ότι οι Πατέρες της Εκκλησίας τοποθετούσαν ευθαρσώς τον λύχνο αυτό επί την λυχνία. Σε περιόδους δυστήνους, η Εκκλησία ίδρυσε σχολεία-Ακαδημίες, διέσωσε την γλώσσα στη λατρευτική της ζωή, µαρτυρούσα την αξία της συνοχής και της ενότητας της δια την ιδιοπροσωπία µας. Η Εκκλησία, η οποία σφράγισε ανεξίτηλα την διαδρομή του Γένους, καλείται και σήμερα να λειτουργεί ως θετική πρόκληση εν Χριστώ ζωής και ελευθερίας, δια της Ορθοδόξου Πίστεως, της δοξολογικής λατρείας του Θεού και της ορθής αντιλήψεως περί ανθρώπου…Η εικόνα, την οποίαν έχουμε για τον άνθρωπο την προέλευση και τον προορισμό του, την θέση του στον κόσµο, το νόηµα της ζωής, την ελευθερία και την ευδαιµονία, καθορίζει την στάση µας απέναντί του. Εάν βλέπουµε τον άνθρωπο ως «µηχανή»,homme machine η ως απλή βιολογική οντότητα, τότε τον µετατρέπουµε σε αντικείµενο και τον υποτιμούµε. Εάν τον προσεγγίζουμε ως «πρόσωπον» µέ απόλυτη αξιοπρέπεια, τότε η συμπεριφορά µας θα είναι τελείως διαφορετική. Η ανθρώπινη αξία και ο απόλυτος σεβασµός δεν είναι δυνατόν να θεµελιωθούν πάνω σε μία νατουραλιστική θεώρηση του ανθρώπου. Έχουμε ανάγκη πνευµατικού προσανατολισµού, ο οποίος µας εµπλουτίζει υπαρξιακά και τρέφει το ηθικό µας αισθητήριο. Γνωρίζουμε ότι ο λεγόµενος «ηθικός ανθρωπισµός» τοποθετεί τον άνθρωπο στην κορυφή της ιεραρχίας των αξιών, αλλά η πείρα των αιώνων έχει δείξει ότι και τα ανθρωπιστικά ιδεώδη απαιτούν πνευµατικό θεµέλιο και στήριγµα, πέραν του «ανθρωπίνου». Με την έννοια αύτη, πιστεύουµε, ότι για την προστασία της ανθρώπινης αξιοπρεπείας, δεν είναι αρκετός ο προσανατολισµός «γενικώς» στον «άνθρωπο». Το Προοίµιο του Συντάγµατος της Ελλάδος «Εις το όνοµα της Αγίας και Οµοουσίου και Αδιαιρέτου Τριάδος» σε αυτή την αλήθεια παραπέµπει. Η υποτίμηση των πνευματικών αξιών δεν προωθεί ούτε τον σεβασμό του ανθρωπίνου προσώπου και των θεµελιωδών δικαιωµάτων του, ούτε την προστασία της φύσεως, ούτε τον αγώνα για ελευθερία και κοινωνική δικαιοσύνη. Αντιθέτως, η πίστη στο Θεό της αγάπης και της ειρήνης αποτελεί πηγή εµπνεύσεως, οξύνει το αισθητήριό µας για το δέον και το πρακτέο και ενισχύει την ανθρώπινη προσπάθεια, ακόμα και όταν αυτή βρίσκεται μπροστά σε δυσεπίλυτα προβλήματα και ανυπέρβλητα εμπόδια. Σηµειώνω εδώ ότι η υποχώρηση του θρησκευτικού προσανατολισµού της ζωής, όχι µόνο δεν προωθεί τους στόχους δικαιωµάτων του ανθρώπου, αλλά επηρεάζει αρνητικά τον σεβασµό τους. Μαζί µέ την λήθη των πνευµατικών αξιών εξασθενεί και η αίσθησση για το απαραβίαστο της ανθρώπινης αξιοπρεπείας και ανθρώπινα πράγµατα κινδυνεύουν να µμετατραπούν σε συνονθύλεψα αλληλοσυγκρουόμενων και αλληλοαναιρούμενων ιδιαιτεροτήτων, σε «ένα πόλεµο πάντων εναντίον πάντων».
Το Οικουµενικό Πατριαρχείο αγωνίζεται κατά της φαλκιδεύσεως του ανθρωπίνου προσώπου στις ποικίλες όψεις της, στιγµατίζει το ρατσισµό, τις διακρίσεις και τις σύγχρονες µορφές δουλείας, ανθίσταται στις δυνάµεις και τις τάσεις, οι οποίες υποσκάπτουν την κοινωνική συνοχή και την ειρήνη και καταστρέφουν την δηµιουργία του Θεού, προάγει τον διάλογο µέ τον λοιπόν χριστιανικό κόσµο και τις άλλες θρησκείες, ως και τον σύγχρονο πολιτισµό. Η ένσταση ότι αυτή η παρέµβαση εµπλέκει τάχα την Εκκλησία στην αµφισηµία των ανθρωπίνων πραγµάτων, ότι η χριστιανική µαρτυρία µετατρέπεται σε πολιτική πράξη, στερείται θεολογικής βάσεως και είναι ένδειξη εξασθενήσεως του αισθητηρίου για την σηµασία των ιστορικών εξελίξεων, οι οποίες εγγίζουν τον άνθρωπο στο βάθος της υπάρξεώς του. Δεν υπάρχει «τέλος της ιστορίας», τέλος της ανάγκης και της ευθύνης διαχειρίσεως των απροβλέπτων κατά την έκταση τους αλλά βεβαίων εξελίξεων, πολώσεων και ανακατατάξεων. Σαφεστάτη είναι επί αυτού του θέματος η διακήρυξη της Μεγάλης Συνόδου της Εκκλησίας στη Κρήτη το 2016. «Ο λόγος της Εκκλησίας υπήρξε πάντοτε διακριτός και θα παραµείνει στο διηνεκές µία οφειλετική παρέµβαση πάντα υπέρ του ανθρώπου». Το Οικουµενικό Πατριαρχείο είναι η πρώτη Εκκλησία, η οποία ανέδειξε, ακριβώς ως έκφραση της πνευµατικής ταυτότητας και µαρτυρίας της, το οικοφιλικό µήνυµα του Χριστιανισµού, κατενόησε και προέβαλε την εκκλησιαστική ζωήν ως «εφηρµοσµένη οικολογία» Το ενδιαφέρον της Μεγάλης Εκκλησίας για το φυσικό περιβάλλον δεν υπήρξε απλά µία περιστασιακή αντίδραση στη σοβούσα οικολογική κρίση. Αυτή ήταν η αφορµή, όχι η αιτία, για να αναπτύξει τας οικοφιλικές της παραδόσεις. Οι προσπάθειες του Οικουµενικού Θρόνου συνέβαλαν στην ένταξη της οικολογικής θεµατικής στους διαχριστιανικούς και διαθρησκειακούς διαλόγους και αποτέλεσαν έναυσµα για την Θεολογία να µελετήσει τις πνευµατικές, θρησκευτικές και ηθικές ρίζες και διαστάσεις του περιβαλλοντικού ζητήµατος. Από τηγν αρχή προσεγγίσαµε την οικολογική κρίσιν ως κοινωνικό πρόβληµα και αναδείξαµε την αλληλουχία περιβαλλοντικών, κοινωνικών και οικονοµικών θεµάτων. Τονίσαµε ότι το κυρίαρχο πρότυπο οικονοµικής αναπτύξεως ανήκει στα κύρια αίτια της οικολογικής κρίσεως. Επαναλαµβάνουμε και σήμερα ότι η οικονοµική δραστηριότητα , η οποία δεν σέβεται τον οίκον της ζωής, το φυσικό περιβάλλον, δεν είναι «οικονοµία», αλλά «οικο-ανοµία». Δεν έχουµε µέλλον χωρίς την ολική στροφή προς µία «οικολογική οικονοµία». Η οικονοµική ζωή και οι κοινωνικοί αγώνες οφείλουν να υπηρετούν τον άνθρωπο και τα ζωτικές ανάγκες του και την ακεραιότητα της δηµιουργίας, στόχους, οι οποίοι μπορούν και οφείλουν να επιτευχθούν µόνο σε ένα περιβάλλον ειρήνης και σεβασµού των δικαιωµάτων του ανθρώπου…» +Β.Π. .

