«ΜΗΠΩΣ ΧΑΣΑΜΕ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ ΨΑΧΝΟΝΤΑΣ ΤΑ ΧΑΜΕΝΑ;»
Παρακολουθώ και φέτος την φρενίτιδα που επικρατεί ήδη στο διαδίκτυο εν όψει της επικείμενης εορτής του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Φανουρίου του Νεοφανούς με τις φανουρόπιτες, τις συμβουλές και τις αυστηρές προειδοποιήσεις τα υλικά τους να είναι οπωσδήποτε επτά ή εννέα και βεβαίως αντιλαμβάνομαι απόλυτα την αληθινή ανθρώπινη ανάγκη της εύρεσης ενός απολεσθέντος αντικειμένου, της αναζήτησης εργασίας, συντρόφου ζωής κτλπ και οπωσδήποτε της αγωνίας να μάθεις τι απέγινε ένας δικός σου άνθρωπος. Όμως αναρωτιέμαι: Μήπως, ψάχνοντας πώς θα φτιάξουμε σωστά την πίτα, ξεχάσαμε ποιον Άγιο τιμούμε και για Ποιον μαρτύρησε; Τι είναι, αλήθεια, πραγματική προσφορά; Φέρνουμε κάτι από ευγνωμοσύνη, για να ευλογηθεί και να μοιραστεί ή για να υποχρεώσουμε τον Άγιο να μας δώσει αυτό που ζητούμε; Μπορούμε ν’ αφήνουμε την πίτα μας να ευλογηθεί και να φεύγουμε από την ακολουθία, χωρίς να ακούμε ούτε μία λέξη για τον μάρτυρα και να πιστεύουμε ότι έτσι τον τιμούμε; Και μήπως, ζητώντας απ’ τον Άγιο να μας φανερώσει όσα χάσαμε, λησμονούμε ότι ο ίδιος με το μαρτύριό του μας φανερώνει Τον Χριστό, που ήλθε να αναζητήσει και να σώσει τον χαμένο άνθρωπο;
Ξεκαθαρίζω ευθύς εξαρχής πως δεν γράφω το παρόν κείμενο για να ειρωνευτώ μια αγαπημένη παράδοση ούτε για να εμφανιστώ ως ο έξυπνος που ήρθε να διορθώσει την πίστη του κόσμου. Η λαϊκή ευσέβεια έχει πολύ περισσότερο δόγμα και συχνά πολλή περισσότερη και πολύ μεγαλύτερη πίστη από τη δική μου. Χρειάζεται όμως καμία φορά αυτή να φωτίζεται από τη θεολογία της Εκκλησίας, ώστε η ευλάβεια να μη μετατρέπεται, χωρίς να το αντιλαμβανόμαστε, σε δεισιδαιμονία και συναλλαγή.
Αρχικά να πούμε πως για τον Άγιο Φανούριο δεν γνωρίζουμε ούτε πού γεννήθηκε, ούτε πότε έζησε, ούτε ποιοι ήταν οι γονείς του. Ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, ο σπουδαίος μοναχός και εκκλησιαστικός λόγιος του 18ου αιώνα που συνέταξε τον «Συναξαριστή», αναφέρει στις 27 Αυγούστου τη μνήμη του Αγίου και παραπέμπει στο «Νέον Λειμωνάριον», μια παλαιά αγιολογική συλλογή με βίους, μαρτύρια και Ακολουθίες Αγίων. Εκεί διαβάζουμε ότι κανένα βιογραφικό στοιχείο δεν κατέστη δυνατό να βρεθεί, επειδή «ο βίος αυτού εχάθη από του καιρού τας ανωμαλίας». Η αγιολογική παράδοση διηγείται ότι εργάτες που έσκαβαν έξω απ’ τα νότια τείχη της Ρόδου βρήκαν στα ερείπια ενός ναού την εικόνα ενός νέου στρατιωτικού Αγίου. Ο Νείλος, ο Ορθόδοξος Μητροπολίτης Ρόδου του 14ου αιώνα, διάβασε επάνω της την επιγραφή «Ο Άγιος Φανούριος». Γύρω απ’ τη μορφή του υπήρχαν δώδεκα σκηνές του μαρτυρίου του. Τον έδειχναν ν’ ανακρίνεται, να λιθοβολείται, να μαστιγώνεται, να καίγεται και στο τέλος να στέκεται μέσα σε πύρινο καμίνι προσευχόμενος. Η εικόνα έγινε, έτσι, ολόκληρος σχεδόν ο βίος του. Και βέβαια, η παλαιά ακολουθία του, δεν τον υμνεί ως ευρέτη χαμένων αντικειμένων αλλά ως Μάρτυρα που δεν αρνήθηκε Τον Χριστό.
Η τιμή του Αγίου μαρτυρείται πολύ νωρίς στην Κρήτη. Στη Μονή Βαλσαμονέρου, ένα σημαντικό μοναστηριακό κέντρο στην περιοχή του Ηρακλείου, κτίστηκε παρεκκλήσι προς τιμήν του ήδη το 1426. Από την ίδια εποχή σώζονται εικόνες του Αγγέλου Ακοτάντου, ενός από τους σπουδαιότερους Κρητικούς αγιογράφους του 15ου αιώνα. Ο Άγιος παριστάνεται ως νέος στρατιωτικός και κρατά έναν Σταυρό με αναμμένη λαμπάδα. Σε μία εικόνα φαίνεται ο ίδιος ο Χριστός να του παραδίδει αυτόν τον φωτεινό Σταυρό. Η λαμπάδα πιθανότατα ενίσχυσε τη σύνδεση του Αγίου με την αναζήτηση όσων είχαν χαθεί, με αυτό που λέμε ακόμη «το ψάχνω με το κερί». Ο ελληνικός κώδικας 1190 του Βατικανού, ένα χειρόγραφο του 1542 που διασώζει παλαιότερη παράδοση, αναφέρεται και σε τρεις Κρητικούς ιερείς που είχαν αιχμαλωτιστεί από μουσουλμάνους πειρατές. Ο πνευματικός τους πατέρας Ιωνάς προσευχήθηκε στον Άγιο στη Ρόδο και το κείμενο αφήνει να εννοηθεί ότι οι αιχμάλωτοι ελευθερώθηκαν. Κατόπιν μετέφερε αντίγραφο της εικόνας στην Κρήτη, όπου η τιμή του Αγίου εξαπλώθηκε.

Για λόγους πληρότητας, θεωρώ πως αξίζει να αναφέρουμε και μία ιστορική συζήτηση γύρω από τον Άγιο, η αφετηρία της οποίας βρίσκεται στα γεγονότα που ακολούθησαν την οθωμανική πολιορκία της Ρόδου το 1480. Μετά την πολιορκία, οι Ιωαννίτες Ιππότες, το στρατιωτικό και θρησκευτικό τάγμα που διοικούσε τότε το νησί, αποφάσισαν να κατεδαφίσουν όσα κτίσματα βρίσκονταν πολύ κοντά στα τείχη, ώστε να μην τα χρησιμοποιήσει ο εχθρός σε μια νέα επίθεση. Στον κατάλογο των κατεδαφίσεων του 1481 αναφέρεται ένας ναός με την ονομασία «San Giorgio di Proventura». Οι λέξεις «San Giorgio» σημαίνουν «Άγιος Γεώργιος». Η λέξη «proventura» στη μεσαιωνική χρήση σήμαινε περίπου την καλή έκβαση, την ευνοϊκή εξέλιξη, την καλοτυχία. Άρα το όνομα του ναού σήμαινε «Άγιος Γεώργιος της καλής εκβάσεως». Ο Ηλίας Κόλλιας, διακεκριμένος αρχαιολόγος και ειδικός στα μεσαιωνικά μνημεία της Ρόδου, ερμήνευσε τη λέξη «proventura» ως καλή ή ευνοϊκή έκβαση και διατύπωσε μια πολύ ενδιαφέρουσα υπόθεση: Συνέδεσε το όνομα «Φανούριος» με τις λέξεις «φάνηκε ούριος». «Ούριος» είναι ο ευνοϊκός, όπως λέμε «ούριος άνεμος» για τον άνεμο που βοηθά το πλοίο να φτάσει καλά στον προορισμό του. Κατά την υπόθεση του Κόλλια, ο ναός μπορεί να ονομαζόταν στα ελληνικά «Άγιος Γεώργιος ο Φανούριος», δηλαδή ο Άγιος Γεώργιος που φάνηκε ευνοϊκός και οδήγησε μια υπόθεση σε καλή έκβαση. Ο λατινόφωνος γραφέας απέδωσε το νόημα του προσωνυμίου ως «di Proventura», «της καλής εκβάσεως».
Πώς θα μπορούσε, όμως, από τον «Άγιο Γεώργιο τον Φανούριο» να προκύψει ένας ξεχωριστός «Άγιος Φανούριος»; Αυτό συμβαίνει συχνά στη γλώσσα του λαού. Δεν λέμε πάντοτε «Παναγία η Μυρτιδιώτισσα», λέμε απλώς «η Μυρτιδιώτισσα». Δεν λέμε κάθε φορά «Αρχάγγελος Μιχαήλ ο Πανορμίτης», λέμε «ο Πανορμίτης». Το προσωνύμιο γίνεται τόσο ισχυρό, ώστε χρησιμοποιείται τελικά μόνο του. Αν, λοιπόν, υπήρχε στη Ρόδο ναός του «Αγίου Γεωργίου του Φανουρίου», ο λαός θα μπορούσε να τον αποκαλεί απλώς «Άγιο Φανούριο». Όταν η εικόνα και η τιμή πέρασαν στην Κρήτη, όπου ίσως δεν γνώριζαν ότι το «Φανούριος» ήταν προσωνύμιο του Αγίου Γεωργίου, θα μπορούσαν να το θεωρήσουν κύριο όνομα διαφορετικού Αγίου. Αυτό δεν προϋποθέτει καμία συνειδητή εξαπάτηση. Ένα προσωνύμιο μπορεί απλώς να αποσπάστηκε από το αρχικό πρόσωπο και να άρχισε να λειτουργεί ως αυτοτελές όνομα.
Τονίζω όμως πως τα παραπάνω αποτελούν επιστημονική υπόθεση και προσωπική ερμηνεία του Κόλλια και όχι αποδεδειγμένο ιστορικό γεγονός. Οι παλαιές κρητικές εικόνες που προαναφέραμε γράφουν καθαρά «Ο Άγιος Φανούριος» και ο κώδικας του Βατικανού μιλά για τον Μεγαλομάρτυρα Φανούριο, όχι για τον Άγιο Γεώργιο. Επιπλέον, το παρεκκλήσι της Μονής Βαλσαμονέρου υπήρχε ήδη από το 1426, ενώ το έγγραφο που αναφέρει το «San Giorgio di Proventura» είναι του 1481. Δεν διαθέτουμε, επομένως, επαρκή ιστορικά δεδομένα που να ενισχύουν την παραπάνω άποψη και βέβαια η ιστορική σιγή δεν αποδεικνύει ότι ένας Άγιος δεν υπήρξε, όπως όμως, απ’ την άλλη και η λαϊκή αγάπη και ευλάβεια δεν μετατρέπει κάθε μεταγενέστερη διήγηση σε ιστορικό γεγονός.
Τι σημαίνει, λοιπόν, ότι η Εκκλησία τιμά τον Άγιο Φανούριο; Η Εκκλησία δεν κάνει κάποιον Άγιο με μια διοικητική απόφαση. Ο Θεός αγιάζει και η Εκκλησία αναγνωρίζει, παραλαμβάνει και εντάσσει αυτή την αγιότητα στη λατρευτική της ζωή. Τον Άγιο Φανούριο, συγκεκριμένα, τον τιμά ως πραγματικό Μάρτυρα του Χριστού, ακόμη κι αν τα βιογραφικά του στοιχεία χάθηκαν ή ακόμη κι αν η ιστορική του ταυτότητα αποδειχθεί κάποτε πιο σύνθετη απ’ όσο πιστεύαμε. Τον ονομάζει «νεοφανή», όχι επειδή έζησε πρόσφατα, αλλά επειδή η μνήμη του φανερώθηκε στην Εκκλησία σε μεταγενέστερους χρόνους. Και βέβαια όταν λέμε ότι εντάσσει την αγιότητα στη λατρευτική της ζωή, δεν σημαίνει ότι λατρεύει τον Άγιο, διότι η λατρεία ανήκει μόνο στον Τριαδικό Θεό. Οι Άγιοι είναι ζωντανά μέλη του Σώματος Του Χριστού και ζητούμε τις πρεσβείες τους, επειδή ο Θεός «ουκ έστι Θεός νεκρών, αλλά ζώντων, πάντες γαρ Αυτώ ζώσιν». Ο Χριστός παραμένει ο μοναδικός Μεσίτης Θεού και ανθρώπων. Οι πρεσβείες των Αγίων δεν Τον ανταγωνίζονται ούτε Τον παρακάμπτουν αλλά ενεργούνται μέσα στη δική Του χάρη. Στο πρόσωπο κάθε Αγίου τιμούμε φυσικά τον ίδιο τον Άγιο αλλά δοξάζουμε και τη νίκη της Χάριτος Του Θεού μέσα στον άνθρωπο. «Θαυμαστός ο Θεός εν τοις Αγίοις Αυτού».

Πάμε τώρα στη φανουρόπιτα. Οι παλαιές αγιολογικές πηγές δεν αναφέρουν ούτε πίτα, ούτε «αμαρτωλή μητέρα του Αγίου», ούτε υποχρεωτικό αριθμό υλικών. Αυτά ανήκουν σε μεταγενέστερες λαϊκές παραδόσεις. Οι αριθμοί επτά και εννέα έχουν ασφαλώς συμβολική παρουσία στην Αγία Γραφή και στη ζωή της Εκκλησίας, καμία παλαιά πηγή όμως δεν τους συνδέει με κάποια υποχρεωτική συνταγή φανουρόπιτας. Δεν θα διορθώσω τη γιαγιά που έμαθε να βάζει επτά υλικά και παρέδωσε αυτή τη συνταγή στα παιδιά της. Θα διορθώσω, όμως, την ιδέα ότι αν βάλει οκτώ υλικά, ο Άγιος δεν θα ακούσει την προσευχή της. Άλλο η οικογενειακή παράδοση κι άλλο το δόγμα της Εκκλησίας. Μια πίτα με οκτώ υλικά δεν είναι πνευματικά άκυρη, ούτε μια πίτα με επτά γίνεται αυτομάτως πιο ευλογημένη. Το ίδιο ισχύει και για την παράδοση σχετικά με τη μητέρα του Αγίου. Αν κάποιος μοιράζει την πίτα και λέει «ο Θεός να συγχωρέσει τη μητέρα του Αγίου Φανουρίου», δεν υπάρχει κανένας λόγος να τον ειρωνευτούμε. Πρέπει, όμως, να γνωρίζουμε ότι αυτή η διήγηση δεν προέρχεται από τις παλαιές πηγές και δεν αποτελεί όρο για να ακούσει ο Θεός την προσευχή μας.
Η φανουρόπιτα και η κάθε προσφορά στην Εκκλησία, αποκτά αληθινό εκκλησιαστικό περιεχόμενο όταν προσφέρεται από ευγνωμοσύνη, ευλογείται και μοιράζεται στους πιστούς που συμπροσεύχονται μαζί μας και στους συνανθρώπους μας που έχουν ανάγκη. Κι όμως, μόλις πει το «δι ευχών» ο ιερέας, βλέπουμε συχνά πολλούς να παίρνουν βιαστικά ολόκληρη την πίτα τους και να φεύγουν, λες και ήρθαν στο ναό μόνο για να αποκτήσουν ένα.. «ευλογημένο γλύκισμα». Έτσι, όμως, χάνεται όλο το νόημα και της προσφοράς. Άλλο βεβαίως είναι να πάρουμε ένα κομμάτι για έναν ασθενή, έναν ηλικιωμένο ή κάποιον που δεν μπόρεσε να βρίσκεται στη σύναξη, επεκτείνοντας έτσι το μοίρασμα κι άλλο να πάρουμε ολόκληρη την πίτα στο σπίτι.
Το που πρέπει να αποσκοπεί η όλη διαδικασία, μπορούμε εύκολα να το διακρίνουμε και στην ευχή που αναγιγνώσκεται για την ευλογία της φανουρόπιτας, η οποία προφανώς και δεν ζητά από Τον Θεό να αποκαλύψει κλειδιά, χρήματα ή ονόματα. Ζητά: «δείξον αυτοίς οδούς προς σωτηρίαν» και «οδηγών αυτούς προς εργασίαν των εντολών Σου». Η ίδια η ευχή λοιπόν μας δείχνει ότι ο τελικός προορισμός κάθε αιτήματος είναι η σωτηρία και η τήρηση των εντολών Του Θεού. Όταν, αντίθετα, σκέφτομαι «εγώ θα δώσω την πίτα και ο Άγιος οφείλει να μου δώσει αυτό που ζητώ», τότε δεν προσφέρω αλλά συναλλάσσομαι. Ο Θεός και οι Άγιοι δεν εξαγοράζονται με συνταγές, ούτε δεσμεύονται από τα τάματά μας. Το τάμα δεν είναι δωροδοκία Του Θεού, ούτε του Αγίου. Πρέπει κάποια στιγμή να το καταλάβουμε αυτό. Το τάμα, το κάθε τάμα, είναι μια ελεύθερη έκφραση πίστεως, κυρίως πίστεως αλλά και ευγνωμοσύνης και αγάπης.
Βεβαίως μπορούμε να ζητήσουμε από τον Άγιο Φανούριο να μας βοηθήσει να βρούμε κάτι που χάσαμε. Το έχω βιώσει ο ίδιος και γνωρίζω ανθρώπους που μιλούν για τη βοήθειά του με πολλή συγκίνηση. Δεν έχω κανέναν λόγο να αμφισβητήσω την εμπειρία και την ευγνωμοσύνη τους. Άλλο, όμως, η ταπεινή παράκληση κι άλλο το.. «θρησκευτικό πάρε-δώσε». Γι’ αυτό με προβληματίζει όταν κάποιος φέρνει τη φανουρόπιτα, ζητά να ευλογηθεί πάραυτα και φεύγει αμέσως, χωρίς να μείνει στην ακολουθία, χωρίς ν’ ακούσει ούτε ένα τροπάριο για τον Άγιο και χωρίς ουσιαστικά να συμμετάσχει στη γιορτή του. Βεβαίως υπάρχουν εργαζόμενοι, ηλικιωμένοι, ασθενείς και άνθρωποι με πραγματικές δυσκολίες και κάθε περίπτωση χρειάζεται διάκριση. Δεν αναφέρομαι σ’ αυτούς. Αναφέρομαι στη νοοτροπία που αντιμετωπίζει την Εκκλησία σαν δημόσια υπηρεσία: Προσκομίζω το χαρτί, παίρνω τη σφραγίδα και φεύγω. Η φανουρόπιτα, το κόλλυβο, δεν είναι έγγραφα και η ευχή του ιερέα δεν είναι σφραγίδα της εφορίας. Κι αυτό στη δική μας ενορία, έχουμε φροντίσει να καταστεί σαφές απ’ την πρώτη στιγμή. Έχουμε επιλέξει οι φανουρόπιτες να ευλογούνται όλες μαζί μετά το πέρας του Εσπερινού και στο τέλος της Θείας Λειτουργίας. Δεν το κάνουμε αυτό για να ταλαιπωρήσουμε τον κόσμο, το κάνουμε για να τον προσκαλέσουμε να συμμετάσχει στη σύναξη. Θέλουμε ο αδελφός που φέρνει την προσφορά του να παραμείνει όσο μπορεί, ν’ ακούσει την ακολουθία, να γνωρίσει τον μάρτυρα που τιμά, να ζητήσει τις πρεσβείες του και να γίνει μέλος της πανηγυρίζουσας κοινότητας. Στο ναό δεν ερχόμαστε μόνο για να πάρουμε κάτι. Ερχόμαστε για να συναντήσουμε Τον Χριστό και τους αδελφούς μας, να ενώσουμε τις προσευχές μας, να ευχαριστήσουμε και να προσφέρουμε.
Εν κατακλείδι, για μένα, η αναμμένη λαμπάδα που κρατά ο Άγιος Φανούριος στην εικονογράφηση του, είναι όλη η ουσία της παρουσίας αυτού του Αγίου στη ζωή μας: Μια πρόκληση και μια πρόσκληση να ψάξουμε όχι μόνον τα κλειδιά μας και το πορτοφόλι μας αλλά να ψάξουμε και μέσα μας. Μήπως χάσαμε την ειρήνη, την προσευχή, τη συγχώρηση, την καθαρή συνείδηση ή τον δρόμο προς Τον Θεό; Το μεγαλύτερο θαύμα του Αγίου Φανουρίου δεν είναι ότι μας βοηθά να βρίσκουμε όσα χάνουμε. Είναι ότι ο ίδιος δεν έχασε Τον Χριστό μέσα στα βασανιστήρια. Ο Χριστός ήλθε «ζητήσαι και σώσαι το απολωλός». Αυτή είναι η μεγαλύτερη φανέρωση που μπορούμε να ζητήσουμε με τις πρεσβείες του Αγίου: Να ξαναβρούμε Τον Χριστό και μέσα στο φως Του να ξαναβρούμε τον αληθινό εαυτό μας!
Φέτος λοιπόν, δεν θέλω περισσότερες φανουρόπιτες στο ναό. Θέλω περισσότερη αλήθεια, περισσότερη ελεημοσύνη και περισσότερο Χριστό μέσα σε κάθε φανουρόπιτα!
Άγιε ένδοξε Μεγαλομάρτυς Φανούριε, πρέσβευε στον Κύριο να φωτίζει τα σκοτάδια μας και να μη χάσουμε ποτέ Τον Χριστό!