Η ΑΞΙΑ ΤΗΣ ΑΓ. ΓΡΑΦΗΣ ΣΤΗ ΖΩΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΗΝ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ
†ΑΡΧΙΜ. ΣΠΥΡΙΔΩΝΟΣ ΚΑΤΡΑΜΑΔΟΥ
Η Αγ. Γραφή αποτελεί έναν από τους πολυτιμότερους θησαυρούς της Εκκλησίας και συγχρόνως την αστείρευτη πηγή από την οποία αντλεί ο πιστός τη γνώση του Θεού, την κατανόηση του θελήματός Του και τη δύναμη για την πνευματική του αναγέννηση. Δεν είναι απλώς ένα βιβλίο θρησκευτικού περιεχομένου ούτε μια συλλογή αρχαίων κειμένων που διασώζουν τις πεποιθήσεις και τις εμπειρίες ενός λαού. Για την Ορθόδοξη Εκκλησία, η Αγία Γραφή αποτελεί θεόπνευστη μαρτυρία της θείας αποκαλύψεως, η οποία οδηγεί τον άνθρωπο στον Ιησού Χριστό, τον σαρκωμένο Λόγο του Θεού, και τον εισάγει στο μυστήριο της σωτηρίας.Οι Άγ. Πατέρες της Εκκλησίας προσέγγισαν την Αγ. Γραφή με βαθύ σεβασμό, προσευχητική διάθεση, θεολογική ακρίβεια και ποιμαντική ευθύνη. Τη μελέτησαν, την ερμήνευσαν, την κήρυξαν, υπερασπίστηκαν την αλήθεια της και, κυρίως, επιδίωξαν να καταστήσουν το περιεχόμενό της ζωντανό βίωμα της χριστιανικής κοινότητας. Για εκείνους, η Αγ. Γραφή δεν ήταν αντικείμενο απλής διανοητικής απασχολήσεως, αλλά λόγος που καλεί τον άνθρωπο σε μετάνοια, σε κοινωνία με τον Θεό και σε μεταμόρφωση ολόκληρης της υπάρξεώς του. Η πατερική αντίληψη για την αξία της Αγίας Γραφής δεν μπορεί να περιοριστεί σε μία μόνο διάσταση. Περιλαμβάνει τη θεοπνευστία της, τη χριστοκεντρική της ερμηνεία, τη θέση της μέσα στην εκκλησιαστική Παράδοση, τη λειτουργική της χρήση, την πνευματική ωφέλεια που προσφέρει στον πιστό, καθώς και τη σημασία της για τη διαμόρφωση της χριστιανικής ζωής και του εκκλησιαστικού ήθους. Σκοπός της αποψινής ομιλίας είναι να αναδείξει αυτές τις πτυχές, μέσα από τη διδασκαλία χαρακτηριστικών Πατέρων της Εκκλησίας, όπως ο Αγ. Ειρηναίος Λυώνος, ο Μ. Αθανάσιος, ο Μ. Βασίλειος, ο Αγ. Γρηγόριος ο Θεολόγος, ο Αγ. Ιωάννης ο Χρυσόστομος και ο Αγ. Αυγουστίνος, με ιδιαίτερη αναφορά στην ορθόδοξη θεολογική παράδοση.
- Η ΑΓ. ΓΡΑΦΗ ΩΣ ΘΕΟΠΝΕΥΣΤΟΣ ΛΟΓΟΣ ΚΑΙ ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΑΠΟΚΑΛΥΨΕΩΣ.
Η αφετηρία της πατερικής αντιλήψεως για την Αγ. Γραφή βρίσκεται στην πεποίθηση ότι τα ιερά βιβλία δεν αποτελούν απλώς ανθρώπινα συγγράμματα, αλλά καρπό της ενεργείας του Αγ. Πνεύματος μέσα στην ιστορία της θείας αποκαλύψεως. Ο Απ. Παύλος διακηρύσσει: «Πᾶσα γραφὴ θεόπνευστος καὶ ὠφέλιμος πρὸς διδασκαλίαν, πρὸς ἐλεγμόν, πρὸς ἐπανόρθωσιν, πρὸς παιδείαν τὴν ἐν δικαιοσύνῃ» (Β΄ Τιμ. 3,16). Η μαρτυρία αυτή υπογραμμίζει ότι η Αγ. Γραφή έχει θεία προέλευση και συγκεκριμένο πνευματικό σκοπό: να παιδαγωγεί τον άνθρωπο, να ελέγχει τα σφάλματά του, να τον επαναφέρει στην ορθή πορεία και να τον εκπαιδεύει στη δικαιοσύνη. Η θεοπνευστία, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι οι συγγραφείς των ιερών βιβλίων στερήθηκαν την προσωπικότητά τους ή ότι έγιναν απλά όργανα μιας μηχανικής υπαγορεύσεως. Ο Θεός ενεργεί μέσα στην ανθρώπινη ιστορία, χρησιμοποιώντας συγκεκριμένα πρόσωπα, γλώσσες, πολιτισμικά περιβάλλοντα και ιστορικές συνθήκες. Έτσι, ο θείος λόγος προσλαμβάνει ανθρώπινη μορφή, χωρίς να χάνει τον αποκαλυπτικό του χαρακτήρα. Η εκκλησιαστική αυτή αντίληψη συνδέεται βαθιά με το μυστήριο της Ενανθρωπήσεως. Όπως ο αιώνιος Λόγος του Θεού προσέλαβε την ανθρώπινη φύση για τη σωτηρία μας, έτσι και ο λόγος της θείας αποκαλύψεως γίνεται προσιτός στον άνθρωπο μέσα από ανθρώπινες λέξεις και ιστορικά γεγονότα. Η αναλογία αυτή δεν σημαίνει ότι το βιβλικό κείμενο ταυτίζεται με την ενανθρωπήσασα υπόσταση του Χριστού αναδεικνύει, όμως, ότι ο Θεός συναντά τον άνθρωπο με τρόπο προσαρμοσμένο στις ανθρώπινες δυνατότητές του. Ο Αγ. Ιωάννης ο Χρυσόστομος, μέσα από τις ομιλίες του στα βιβλία της Αγ. Γραφής, αντιμετωπίζει τα ιερά κείμενα ως ζωντανό μέσο παιδαγωγίας και θεραπείας της ψυχής. Δεν περιορίζεται στην εξήγηση των λέξεων, αλλά επιδιώκει να καταστήσει σαφή την πνευματική και ηθική τους σημασία για τους ακροατές του. Για εκείνον, η βιβλική διδασκαλία οφείλει να μεταβάλλει τον τρόπο με τον οποίο ο άνθρωπος σκέπτεται, ομιλεί, εργάζεται και συμπεριφέρεται προς τον πλησίον. Ανάλογη έμφαση στη θεία προέλευση της Αγ. Γραφής συναντούμε στον Μ. Βασίλειο. Στο έργο του Πρὸς τοὺς νέους, ὅπως ἂν ἐξ Ἑλληνικῶν ὠφελοῖντο λόγων, παρουσιάζει κριτήρια διακρίσεως και πνευματικής ωφελείας κατά την ανάγνωση των εξωχριστιανικών κειμένων, έχοντας ως μέτρο την αρετή και την αλήθεια που οδηγεί τον άνθρωπο προς το αγαθό. Η στάση αυτή φανερώνει ότι η μελέτη της Αγ. Γραφής δεν αποσκοπεί στην απλή συσσώρευση πληροφοριών, αλλά στην καλλιέργεια μιας ζωής προσανατολισμένης στον Θεό. Η Αγ. Γραφή έχει αξία όχι μόνο επειδή διασώζει όσα ο Θεός αποκάλυψε στην ιστορία, αλλά και επειδή εξακολουθεί να καλεί τον άνθρωπο σε προσωπική ανταπόκριση. Ο λόγος του Θεού δεν είναι για την Εκκλησία ένα κλειστό μνημείο του παρελθόντος αλλά είναι μαρτυρία που προσφέρεται προς ακρόαση, ερμηνεία και εφαρμογή σε κάθε εποχή.
- Η ΑΓ. ΓΡΑΦΗ ΩΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΚΑΙ ΚΕΝΤΡΟ ΤΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
Για τους Πατέρες της Εκκλησίας, η Αγ. Γραφή έχει ως κέντρο και σκοπό της τον Χριστό. Η Παλαιά και η Κ. Διαθήκη δεν αποτελούν δύο ανεξάρτητες ή αντιτιθέμενες αποκαλύψεις, αλλά μαρτυρούν την ενιαία οικονομία της θείας σωτηρίας.
Ο Θεός, ο οποίος ομιλεί μέσω των προφητών, είναι ο ίδιος που αποκαλύπτεται πληρέστερα διά του Υιού Του, ο οποίος έγινε άνθρωπος για τη σωτηρία του κόσμου. Ο ίδιος ο Κύριος διακηρύσσει: «Ἐρευνᾶτε τὰς γραφάς […] καὶ ἐκεῖναί εἰσιν αἱ μαρτυροῦσαι περὶ ἐμοῦ» (Ιω. 5,39). Με τα λόγια αυτά φανερώνει ότι η Αγ. Γραφή οδηγεί στην αναγνώριση του προσώπου Του. Παράλληλα, μετά την Ανάστασή Του, ερμηνεύει στους μαθητές τα σχετικά με Αυτόν χωρία του Νόμου και των Προφητών, δείχνοντας ότι το πάθος και η Ανάστασή Του αποτελούν την εκπλήρωση της θείας οικονομίας (Λουκ. 24,25-27.44-45).Η χριστοκεντρική αυτή προσέγγιση εκφράζεται με ιδιαίτερη σαφήνεια στη διδασκαλία του Αγ. Ειρηναίου, επισκόπου Λυώνος, κατά τον 2ο αιώνα. Ο Αγ. Ειρηναίος αντιλαμβάνεται την ιστορία της σωτηρίας ως ενιαίο σχέδιο του Θεού, το οποίο αποκαλύπτεται σταδιακά και βρίσκει την πληρότητά του στο πρόσωπο του Χριστού. Στο έργο του «Έλεγχος και ανατροπή της ψευδωνύμου γνώσεως», γνωστό και ως Κατά αιρέσεων, υπογραμμίζει ότι το Ευαγγέλιο που κήρυξαν οι Απόστολοι παραδόθηκε στην Εκκλησία και εγγράφως, ώστε να αποτελεί θεμέλιο και στήριγμα της πίστεως. Στο ίδιο έργο επιμένει στην ενότητα του Θεού της δημιουργίας και του Θεού της αποκαλύψεως, απορρίπτοντας τις θεωρίες που διαχώριζαν τον Θεό της Παλαιάς Διαθήκης από τον Πατέρα του Ιησού Χριστού. Η θέση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία. Οι Πατέρες δεν διαβάζουν την Π. Διαθήκη ως ένα κείμενο που έχασε την αξία του μετά την έλευση του Χριστού. Αντιθέτως, αναγνωρίζουν σε αυτή τις προφητικές προσδοκίες, τις επαγγελίες και τις προτυπώσεις του έργου Του. Η Κ. Διαθήκη, με τη σειρά της, φανερώνει την πληρότητα του σχεδίου που είχε προαναγγελθεί. Ο Αγ. Ειρηναίος, αναφερόμενος στον πλούτο της Αγ. Γραφής, παρουσιάζει τον Χριστό ως τον θησαυρό που είναι κρυμμένος μέσα Της και καλείται ο πιστός να ανακαλύψει. Η εικόνα αυτή, η οποία συνδέεται με την παραβολή του θησαυρού στον αγρό (Ματθ. 13,44), συνοψίζει με θαυμαστή πυκνότητα τη χριστοκεντρική ερμηνεία της βιβλικής αποκαλύψεως Τι σημαίνει αυτό για τη ζωή της Εκκλησίας; Σημαίνει ότι η ανάγνωση της Αγ. Γραφής δεν μπορεί να αποσυνδέεται από το πρόσωπο του Χριστού. Ο αναγνώστης δεν αρκεί να γνωρίζει ιστορικά γεγονότα, ονόματα, χρονολογίες και διδασκαλίες. Καλείται να αναζητήσει μέσα στο βιβλικό κείμενο τον Χριστό, να γνωρίσει το θέλημά Του και να συμμορφώσει τη ζωή του προς το Ευαγγέλιο. Σημαίνει ότι κάθε θεολογικός λόγος, κάθε κήρυγμα, κάθε εκκλησιαστική διδασκαλία οφείλει να υπηρετεί αυτή τη χριστοκεντρική κατεύθυνση. Η θεολογία δεν είναι απλή διανοητική κατασκευή ούτε αυτοσκοπός. Είναι προσπάθεια κατανοήσεως και διατυπώσεως της αλήθειας της πίστεως, με σκοπό τη βαθύτερη γνώση του Χριστού και τη συμμετοχή του ανθρώπου στη ζωή Του. Επομένως, η αξία της Αγ. Γραφής είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την αποστολή της Εκκλησίας: να κηρύσσει τον Χριστό, να προσκαλεί τον κόσμο στη μετάνοια και να φανερώνει την αγάπη του Θεού προς κάθε άνθρωπο.
- Η ΑΓ. ΓΡΑΦΗ ΚΑΙ Η ΙΕΡΑ ΠΑΡΑΔΟΣΗ: Η ΕΝΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ
Ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα της πατερικής θεολογίας είναι η σχέση της Αγ. Γραφής με την Ι. Παράδοση. Στη σύγχρονη θρησκευτική συζήτηση, συχνά παρουσιάζεται η Αγ. Γραφή σαν να είναι αποκομμένη από τη ζωή της Εκκλησίας ή σαν να αποτελεί ένα αυτάρκες κείμενο, το οποίο μπορεί να ερμηνεύεται ανεξάρτητα από την αποστολική πίστη, τη λατρεία και τη μαρτυρία της εκκλησιαστικής κοινότητας. Η πατερική αντίληψη είναι τελείως διαφορετική. Η Αγ. Γραφή παραδόθηκε, διαφυλάχθηκε, αναγνώστηκε και ερμηνεύθηκε και ερμηνεύεται μόνο και μόνο μέσα στην Εκκλησία. Η Εκκλησία δεν δημιούργησε αυθαίρετα τον λόγο του Θεού, αλλά έλαβε την αποστολική μαρτυρία, τη διατήρησε και την παρέδωσε στις επόμενες γενεές. Γι’ αυτό η βιβλική ανάγνωση βρίσκεται σε οργανική σχέση με την Ι. Παράδοση, δηλαδή με τη ζωντανή συνέχεια της αποστολικής πίστεως και ζωής. Ο Απ. Παύλος προτρέπει τους Θεσσαλονικείς: «Ἄρα οὖν, ἀδελφοί, στήκετε καὶ κρατεῖτε τὰς παραδόσεις ἃς ἐδιδάχθητε, εἴτε διὰ λόγου εἴτε δι’ ἐπιστολῆς ἡμῶν» (Β΄ Θεσ. 2,15). Το χωρίο αυτό φανερώνει ότι η αποστολική διδασκαλία μεταδόθηκε τόσο προφορικά όσο και γραπτώς. Ο Μ. Βασίλειος στο έργο του «Περὶ τοῦ Ἁγ.Πνεύματος», αναφέρεται σε πρακτικές και εκκλησιαστικές διατυπώσεις που μεταδόθηκαν μέσω της άγραφης εκκλησιαστικής παραδόσεως. Δεν επιχειρεί να υποβαθμίσει την Αγ. Γραφή· εξετάζει συγκεκριμένα πώς η αποστολική παρακαταθήκη περιλαμβάνει και στοιχεία που δεν καταγράφονται ρητώς στα βιβλικά κείμενα. Η μαρτυρία του είναι σημαντική, επειδή δείχνει ότι η ζωή της Εκκλησίας δεν εξαντλείται στην ανάγνωση ενός κειμένου. Η πίστη βιώνεται και μεταδίδεται μέσα στη λατρεία, στα μυστήρια, στην προσευχή, στην ομολογία της πίστεως και στην ασκητική ζωή. Η Αγ. Γραφή και η Ι. Παράδοση δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ως αντίπαλες πραγματικότητες, αλλά κατανοούνται μέσα στην ενότητα της εκκλησιαστικής ζωής. Ανάλογη θέση εκφράζει και ο Αγ. Ειρηναίος, ο οποίος επισημαίνει ότι η αλήθεια της πίστεως διαφυλάσσεται στην Εκκλησία που έλαβε την αποστολική διδασκαλία. Στο 3Ο βιβλίο του έργου «Κατά αιρέσεων» αναφέρεται στην αποστολική παράδοση και στη μαρτυρία της Αγ. Γραφής, δείχνοντας ότι η ορθή κατανόησή της δεν μπορεί να αποσυνδέεται από την πίστη που κληρονόμησε η Εκκλησία από τους Αποστόλους. Από αυτή την άποψη προκύπτει μια βασική αρχή της ορθόδοξης ερμηνευτικής: η Αγ. Γραφή διαβάζεται μέσα στην πίστη της Εκκλησίας και η εκκλησιαστική πίστη διαρκώς φωτίζεται από τη μαρτυρία της Αγ. Γραφής. Αυτό δεν σημαίνει ότι η ερμηνεία των Πατέρων είναι απαλλαγμένη από κάθε ιστορικό περιορισμό ή ότι κάθε επιμέρους πατερική γνώμη έχει την ίδια δογματική βαρύτητα. Οι Πατέρες έζησαν σε διαφορετικές εποχές, αντιμετώπισαν διαφορετικά προβλήματα και χρησιμοποίησαν ποικίλες ερμηνευτικές μεθόδους. Η Εκκλησία, όμως, αναγνωρίζει σε αυτούς πολύτιμους μάρτυρες της αποστολικής πίστεως και δασκάλους που μας βοηθούν να κατανοήσουμε το βιβλικό μήνυμα μέσα στη συνολική παράδοση της χριστιανικής ζωής.
Η προσέγγιση αυτή μας προστατεύει από δύο αντίθετους κινδύνους. Ο πρώτος είναι να μετατρέψουμε την Αγ. Γραφή σε ένα απομονωμένο κείμενο, αποκομμένο από την κοινότητα που το παρέλαβε. Ο δεύτερος είναι να επικαλούμαστε την Παράδοση χωρίς να επιστρέφουμε διαρκώς στις βιβλικές πηγές της πίστεως. Η ορθόδοξη εκκλησιαστική συνείδηση μάς καλεί να αποφεύγουμε και τις δύο αυτές μονομέρειες. Η Αγ. Γραφή και η Ι. Παράδοση ανήκουν στην ενότητα της ζωής του ενός εκκλησιαστικού σώματος, του οποίου κεφαλή είναι ο Χριστός.
- Η ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ ΣΤΗ ΘΕΙΑ ΛΑΤΡΕΙΑ ΚΑΙ ΣΤΗ ΜΥΣΤΗΡΙΑΚΗ ΖΩΗ Η αξία της Αγ. Γραφής στη ζωή της Εκκλησίας γίνεται ιδιαίτερα φανερή στη Θ. Λατρεία. Η Εκκλησία δεν μελετά απλώς τη Γραφή σε ιδιωτικό επίπεδο, αλλά την αναγιγνώσκει δημόσια, την ψάλλει, την ερμηνεύει και προσεύχεται με τα λόγια της. Στη Θ. Λειτουργία, τα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα αποτελούν ουσιώδη στοιχεία της συνάξεως των πιστών. Πριν από την ανάγνωση του Ευαγγελίου, η εκκλησιαστική κοινότητα καλείται να προσέξει με ιδιαίτερη ευλάβεια. Το βιβλίο του Ευαγγελίου κατέχει τιμητική θέση, διότι η ανάγνωσή του δηλώνει τη δημόσια αναγγελία του λόγου του Χριστού προς τον λαό Του. Η ανάγνωση δεν αποτελεί απλή τελετουργική συνήθεια. Είναι πράξη εκκλησιαστικής ακροάσεως. Η κοινότητα συγκεντρώνεται για να ακούσει, να κατανοήσει και να δεχθεί τον λόγο του Θεού. Η Θ. Λατρεία, επομένως, καλλιεργεί έναν τρόπο προσεγγίσεως της Αγ. Γραφής που συνδυάζει τον σεβασμό, την προσευχή, τη συμμετοχή και την έμπρακτη ανταπόκριση. Στην Ορθόδοξη Παράδοση, οι ψαλμοί αποτελούν βασικό στοιχείο της καθημερινής προσευχής. Τα λόγια του Ψαλτηρίου εκφράζουν δοξολογία, ευχαριστία, μετάνοια, ικεσία και ελπίδα. Με αυτά προσεύχονται μοναχοί, κληρικοί και λαϊκοί, στις κοινές ακολουθίες και στην προσωπική μας προσευχή. Η βιβλική γλώσσα διαμορφώνει έτσι την πνευματική συνείδηση του πιστού. Του διδάσκει πώς να ευχαριστεί, πώς να μετανοεί, πώς να ζητά τη βοήθεια του Θεού και πώς να αντιμετωπίζει τις δοκιμασίες της ζωής. Ο άνθρωπος δεν προσέρχεται στον Θεό μόνο με τις δικές του λέξεις, αλλά μαθαίνει να προσεύχεται με τα λόγια που η ίδια η Εκκλησία παρέλαβε από την Αγ. Γραφή. Ιδιαίτερη σημασία έχει και η σύνδεση της βιβλικής αναγνώσεως με τη Θ. Ευχαριστία. Ο Χριστός, ο οποίος αποκαλύπτεται διά των Γραφών, είναι ο ίδιος που προσφέρει το Σώμα και το Αίμα Του στους πιστούς.
Ο λόγος και η μυστηριακή ζωή δεν είναι δύο άσχετες πραγματικότητες. Στη λειτουργική σύναξη, ο λόγος του Θεού ακούγεται και ερμηνεύεται, ενώ οι πιστοί καλούνται να συμμετάσχουν στο μυστήριο της ευχαριστιακής κοινωνίας. Η πορεία των μαθητών προς Εμμαούς αποτελεί χαρακτηριστικό βιβλικό παράδειγμα. Ο αναστημένος Χριστός ερμηνεύει τις Γραφές και στη συνέχεια αναγνωρίζεται από αυτούς μόνο κατά την κλάση του άρτου. Το επεισόδιο αυτό δεν πρέπει να μετατρέπεται σε απλουστευτικό σχήμα ταυτίσεως κάθε λεπτομέρειας της διηγήσεως με συγκεκριμένη λειτουργική πράξη. Φανερώνει, ωστόσο, τη στενή σύνδεση της αναγνωρίσεως του Χριστού, της ερμηνείας των Γραφών και της κοινωνίας μαζί Του. Η πατερική διδασκαλία καλεί να μην αποσυνδέουμε τη βιβλική μελέτη από την εκκλησιαστική λατρεία. Η Αγ. Γραφή δεν είναι αντικείμενο ατομικής αναγνώσεως, αλλά κοινός πνευματικός θησαυρός, που συγκροτεί και τρέφει το σώμα της Εκκλησίας.
- Ο ΑΓ. ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΚΑΙ Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΑΝΑΓΝΩΣΗ ΤΗΣ ΑΓ. ΓΡΑΦΗΣ Από τους Πατέρες που ανέδειξαν με ιδιαίτερη δύναμη την αξία της Αγ. Γραφής στην καθημερινή ζωή των χριστιανών ξεχωρίζει ο Αγ. Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Η διδασκαλία του παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον, διότι απευθύνεται όχι μόνο σε μοναχούς, κληρικούς ή μορφωμένους θεολόγους, αλλά και σε απλούς ανθρώπους, οι οποίοι εργάζονται, φροντίζουν την οικογένειά τους και αντιμετωπίζουν τις δυσκολίες της καθημερινότητας. Ο Ι. Χρυσόστομος θεωρεί ότι η μελέτη της Αγ. Γραφής δεν αποτελεί προνόμιο μιας περιορισμένης ομάδας πιστών. Όλοι οι χριστιανοί έχουν ανάγκη από τον λόγο του Θεού, ανεξάρτητα από την κοινωνική τους θέση, το επάγγελμα ή το επίπεδο της μορφώσεώς τους. Στην 1η ομιλία του στο κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο, ο Άγ. εκφράζει την επιθυμία να είναι καθαρή η ζωή των ανθρώπων, ώστε η χάρη του Αγ Πνεύματος να είναι αρκετή για να καθοδηγεί τις ψυχές τους. Επειδή, όμως, οι άνθρωποι απομακρύνονται από αυτή την πνευματική κατάσταση, προτρέπει να προσέχουμε με επιμέλεια όσα είναι γραμμένα στις Γραφές. Η διατύπωση αυτή είναι αποκαλυπτική. Ο Χρυσόστομος δεν αντιμετωπίζει την Αγ. Γραφή ως υποκατάστατο της πνευματικής ζωής. Αντιθέτως, τη θεωρεί το μέσο που βοηθά τον άνθρωπο να επιστρέψει στον Θεό, να καλλιεργήσει την αρετή και να αποκαταστήσει τη σχέση του με τη Θ. Χάρη. Σε άλλες ομιλίες του στηλιτεύει την αμέλεια όσων παραμελούν τη μελέτη Της, ενώ αφιερώνουν πολύ χρόνο στη φροντίδα των υλικών αγαθών. Χρησιμοποιεί καθημερινά παραδείγματα για να δείξει ότι οι άνθρωποι φροντίζουν τα ενδύματα και την περιουσία τους, αλλά αδιαφορούν για την πνευματική τους κατάσταση. Η λησμονιά, η άγνοια του θείου θελήματος και η προσκόλληση στις υλικές μέριμνες διαβρώνουν την ψυχή, όπως η φθορά καταστρέφει ένα πολύτιμο αντικείμενο. Η κριτική του δεν έχει σκοπό να ενοχοποιήσει την εργασία ή τις οικογενειακές υποχρεώσεις. Αντιθέτως, επιδιώκει να δείξει ότι ο χριστιανός μπορεί να ζει μέσα στον κόσμο χωρίς να απομακρύνεται από τον λόγο του Θεού. Η καθημερινή ζωή, οι σχέσεις, οι επαγγελματικές αποφάσεις, η ανατροφή των παιδιών και η συμπεριφορά προς τους άλλους χρειάζεται να φωτίζονται από το Ευαγγέλιο. Ιδιαίτερη σημασία αποδίδει ο Χρυσόστομος στην οικογενειακή ανάγνωση της Γραφής. Στη 5η ομιλία του στο κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο, προτρέπει τους πιστούς να επιστρέφουν στο σπίτι τους μετά τη σύναξη και να παίρνουν στα χέρια τους την Αγ. Γραφή, καλώντας τη σύζυγο και τα παιδιά τους να συμμετάσχουν στη συζήτηση γύρω από όσα άκουσαν. Η προτροπή αυτή αναδεικνύει μια σημαντική διάσταση της πατερικής ποιμαντικής: το σπίτι μπορεί και οφείλει να γίνει χώρος καλλιέργειας της πίστεως. Η χριστιανική οικογένεια δεν καλείται απλώς να μεταδίδει στα παιδιά ορισμένες θρησκευτικές γνώσεις, αλλά να τα εισάγει σταδιακά σε έναν τρόπο ζωής που θεμελιώνεται στην αγάπη, στην αλήθεια, στη συγχώρηση και στην υπευθυνότητα. Η ανάγνωση της Αγ. Γραφής μέσα στην οικογένεια μπορεί να προσφέρει αφορμές για ουσιαστικές συζητήσεις. Μπορεί να βοηθήσει τους γονείς να διδάξουν στα παιδιά την αξία της ειλικρίνειας, της αλληλεγγύης και του σεβασμού. Μπορεί ακόμη να γίνει αφορμή για συγχώρηση και συμφιλίωση, όταν οι οικογενειακές σχέσεις δοκιμάζονται. Η διδασκαλία του Χρυσοστόμου παραμένει επίκαιρη, διότι η πνευματική ζωή δεν μπορεί να περιορίζεται σε ορισμένες ώρες λατρείας. Χρειάζεται συνέχεια, συνέπεια και καθημερινή καλλιέργεια. Η Αγ. Γραφή δεν πρέπει να παραμένει κλειστή σε ένα ράφι και να ανοίγεται μόνο όταν αντιμετωπίζουμε κάποια δυσκολία. Χρειάζεται να γίνει οικείο βιβλίο, πηγή προσευχής και αφορμή αυτοκριτικής. Όπως η καθημερινή τροφή συντηρεί το σώμα, έτσι και η τακτική μελέτη του λόγου του Θεού τρέφει την πνευματική ζωή.
- Η ΑΓ. ΓΡΑΦΗ ΩΣ ΠΑΙΔΑΓΩΓΟΣ ΤΗΣ ΑΡΕΤΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ Η πατερική παράδοση δεν αποδίδει στην Αγ. Γραφή αξία μόνο επειδή περιέχει διδασκαλίες για τον Θεό, την θεωρεί θεμελιώδες μέσο ηθικής και πνευματικής παιδαγωγίας. Η γνώση του βιβλικού λόγου οδηγεί σε συγκεκριμένη αλλαγή του τρόπου ζωής. Εάν ο άνθρωπος διαβάζει καθημερινά την εντολή της αγάπης, αλλά παραμένει σκληρός απέναντι στον πλησίον, τότε η ανάγνωσή του δεν έχει επιτελέσει τον σκοπό της. Εάν ακούει τις παραβολές της συγχωρήσεως, αλλά αρνείται να συγχωρήσει, τότε δεν έχει επιτρέψει στον λόγο του Θεού να μεταμορφώσει την καρδιά του. Ο Απ. Ιάκωβος προτρέπει τους πιστούς να γίνουν «ποιηταὶ λόγου καὶ μὴ ἀκροαταὶ μόνον» (Ιακ. 1,22). Η προτροπή αυτή εκφράζει συνοπτικά τη βαθύτερη πατερική αντίληψη για τη βιβλική μελέτη: η ακρόαση χρειάζεται να μετατρέπεται σε πράξη. Ο Αγ. Ιωάννης ο Χρυσόστομος, με τις ομιλίες του, επιδιώκει αυτή τη μετάβαση από τη θεωρία στην πράξη. Ερμηνεύει τα βιβλικά χωρία, αναδεικνύει την ηθική τους απαίτηση και καλεί τους ακροατές του να εφαρμόσουν όσα διδάσκει ο Χριστός στην καθημερινή ζωή. Η Αγ. Γραφή λειτουργεί ως καθρέφτης της ψυχής. Μας βοηθά να αναγνωρίσουμε τον εγωισμό , την υπερηφάνεια, την κατάκριση, την πλεονεξία και την αδιαφορία μας για τον ανθρώπινο πόνο. Συγχρόνως, μας φανερώνει τη δυνατότητα της μετανοίας και μας καλεί να αρχίσουμε μια νέα πορεία. Δεν είναι τυχαίο ότι η βιβλική αφήγηση περιλαμβάνει ανθρώπους που έπεσαν σε σοβαρά σφάλματα, αλλά βρήκαν τον δρόμο της επιστροφής. Ο Δαβίδ μετανοεί μετά τον έλεγχο του προφήτη Νάθαν. Ο Πέτρος, μετά την άρνηση του Χριστού, κλαίει πικρά και αποκαθίσταται στην αποστολική του διακονία. Ο άσωτος επιστρέφει στον πατέρα του και γίνεται δεκτός με αγάπη. Αυτές οι αφηγήσεις δεν προβάλλονται για να δικαιολογήσουν την αμαρτία. Δείχνουν ότι η πτώση δεν χρειάζεται να είναι το τέλος της ανθρώπινης πορείας. Η μετάνοια, η ταπείνωση και η επιστροφή στον Θεό παραμένουν πάντοτε ανοικτές δυνατότητες. Η πατερική ερμηνεία αναδεικνύει ακόμη τη θεραπευτική διάσταση του βιβλικού λόγου. Ο άνθρωπος δεν είναι απλώς παραβάτης που χρειάζεται εξωτερική διόρθωση· είναι μια ύπαρξη πληγωμένη από την αμαρτία, η οποία έχει ανάγκη από θεραπεία και ανακαίνιση. Ο λόγος του Θεού ελέγχει, παρηγορεί, ενθαρρύνει και καθοδηγεί. Άλλοτε αποκαλύπτει την πλάνη μας και άλλοτε μας στηρίζει σε περιόδους θλίψεως. Μας καλεί να αλλάξουμε συμπεριφορά και μας υπενθυμίζει ότι η αγάπη του Θεού υπερβαίνει την ανθρώπινη αδυναμία. Η θεραπευτική αυτή λειτουργία δεν νοείται μηχανικά. Η απλή ανάγνωση ενός χωρίου δεν εξασφαλίζει αυτομάτως την πνευματική πρόοδο. Απαιτούνται πίστη, προσευχή, ειλικρινής αυτογνωσία, εκκλησιαστική συμμετοχή και διάθεση έμπρακτης εφαρμογής.
- Η ΟΡΘΗ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΓΡΑΦΗΣ ΚΑΤΑ ΤΟΥΣ ΠΑΤΕΡΕΣ Η αξία της Αγ. Γραφής συνδέεται άμεσα με τον τρόπο με τον οποίο την ερμηνεύουμε. Οι Πατέρες της Εκκλησίας γνώριζαν ότι τα ιερά κείμενα μπορούν να παρερμηνευθούν, όταν απομονώνονται από τα συμφραζόμενά τους ή χρησιμοποιούνται για να υποστηρίξουν αυθαίρετες απόψεις. Ο Αγ. Ειρηναίος, στο βιβλίο του Κατά αιρέσεων, περιγράφει με παραστατικό τρόπο πώς ορισμένοι αιρετικοί αποσπούσαν βιβλικές φράσεις από το αρχικό τους πλαίσιο και τις ανασυνέθεταν για να υποστηρίξουν δικές τους διδασκαλίες. Παρομοιάζει αυτή τη διαδικασία με την αποσυναρμολόγηση μιας εικόνας που έχει κατασκευαστεί από πολύτιμους λίθους και την αυθαίρετη επανατοποθέτηση των λίθων, ώστε να σχηματιστεί μια εντελώς διαφορετική μορφή. Η εικόνα αυτή εκφράζει ένα διαχρονικό ερμηνευτικό πρόβλημα: μπορεί κάποιος να χρησιμοποιεί αυθεντικές βιβλικές φράσεις και, παρ’ όλα αυτά, να αλλοιώνει το πραγματικό τους νόημα. Για τον λόγο αυτό, η ορθή ερμηνεία απαιτεί να λαμβάνουμε υπόψη το άμεσο συμφραζόμενο κάθε χωρίου, το είδος του κειμένου, την ιστορική του προοπτική και τη θέση του μέσα στη συνολική βιβλική μαρτυρία. Ένα ψαλμικό ποίημα δεν ερμηνεύεται με τον ίδιο τρόπο όπως μια ιστορική αφήγηση, μια παραβολή ή μια αποστολική επιστολή. Παράλληλα, η πατερική ερμηνευτική αναζητεί την ενότητα της θείας οικονομίας και τη σχέση των επιμέρους χωρίων με το πρόσωπο του Χριστού. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε λεπτομέρεια κάθε αφηγήσεως πρέπει να μετατρέπεται αυθαίρετα σε αλληγορία. Σημαίνει ότι το βιβλικό κείμενο προσεγγίζεται με σεβασμό στη μορφή του, αλλά και με επίγνωση της θέσεώς του στο συνολικό σχέδιο της σωτηρίας. Ο Άγ. Ιωάννης ο Χρυσόστομος, στις ομιλίες του, επιμένει συχνά στην προσεκτική εξέταση των λέξεων, του ιστορικού πλαισίου και του σκοπού του ιερού συγγραφέα. Η ερμηνεία του συνδυάζει τη φιλολογική παρατήρηση, τη θεολογική ανάλυση και την ποιμαντική εφαρμογή. Με αυτόν τον τρόπο, το κείμενο δεν αποσπάται από την αρχική του σημασία, αλλά γίνεται συγχρόνως πηγή πνευματικής ωφελείας για την κοινότητα. Η διάκριση ανάμεσα στο κυριολεκτικό και στο πνευματικό νόημα έχει επίσης μεγάλη σημασία. Ορισμένα χωρία αναφέρονται άμεσα σε ιστορικά γεγονότα, ενώ άλλα χρησιμοποιούν συμβολική γλώσσα, ποιητικές εικόνες ή προφητικές παραστάσεις. Η ερμηνεία οφείλει να σέβεται αυτά τα χαρακτηριστικά και να μην επιβάλλει σε κάθε κείμενο ένα ενιαίο σχήμα. Επιπλέον, ο πιστός χρειάζεται να διακρίνει την αυθεντική πατερική μαρτυρία από τις φράσεις που κυκλοφορούν στο διαδίκτυο χωρίς τεκμηρίωση. Πολλά γνωμικά αποδίδονται σε αγίους χωρίς να εντοπίζονται στα έργα τους. Ο πιστός μπορεί να διαβάζει προσωπικά την Αγία Γραφή, έχοντας συγχρόνως τη βοήθεια της εκκλησιαστικής διδασκαλίας, των πατερικών ερμηνειών και της ποιμαντικής καθοδηγήσεως. Έτσι αποφεύγεται η αυθαίρετη χρήση των βιβλικών χωρίων και αναδεικνύεται η αληθινή δύναμή τους: να οδηγούν τον άνθρωπο στη γνώση της αλήθειας και στη ζωή της αγάπης.
- Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΑΓ. ΓΡΑΦΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΝΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΗ Αγ. Γραφή αποτελεί θεμελιώδη παράγοντα της εκκλησιαστικής ενότητας, επειδή μαρτυρεί την κοινή αποστολική πίστη και προσφέρει το περιεχόμενο του ευαγγελικού κηρύγματος. Η Εκκλησία δεν είναι απλώς μια κοινωνική οργάνωση που συγκεντρώνει ανθρώπους με κοινά ενδιαφέροντα. Είναι το Σώμα του Χριστού, το οποίο συγκροτείται γύρω από την πίστη στον Τριαδικό Θεό και την ομολογία του Ιησού Χριστού ως Κυρίου και Σωτήρα. Η βιβλική μαρτυρία προσφέρει το κοινό θεμέλιο της πίστεως, ενώ η εκκλησιαστική ερμηνεία συμβάλλει στη διαφύλαξη της ενότητας του κηρύγματος. Ο Αγ. Ειρηναίος, αντιμετωπίζοντας την ποικιλία των αντιφατικών γνωστικών διδασκαλιών, υπογραμμίζει τη σημασία της κοινής πίστεως που παραδόθηκε στις Εκκλησίες από τους Αποστόλους. Στην ίδια προοπτική εντάσσεται και η επιστολή του Μ. Αθανασίου για τον καθορισμό των βιβλίων της Αγ. Γραφής. Στην 39η εορταστική επιστολή του, το έτος 367, απαριθμεί τα βιβλία που αναγνωρίζει ως κανονικά της Παλαιάς και της Κ. Διαθήκης, με ιδιαίτερη έμφαση στα βιβλία της Κ. Διαθήκης που γνωρίζουμε σήμερα στον ευρύτερο χριστιανικό κανόνα. Ο Μ. Αθανάσιος χαρακτηρίζει τα βιβλία αυτά πηγές σωτηρίας, από τις οποίες ο άνθρωπος μπορεί να αντλεί τα ζωντανά λόγια της πίστεως. Η μαρτυρία του αποτελεί σημαντικό τεκμήριο για την ιστορία της διαμορφώσεως του βιβλικού κανόνα και για τη μέριμνα της Εκκλησίας να διακρίνει τα κανονικά βιβλία από άλλα κείμενα που κυκλοφορούσαν με αποστολικά ή αρχαία ονόματα. Χρειάζεται, βέβαια, ιστορική ακρίβεια: η επιστολή του Μ. Αθανασίου αποτελεί σπουδαίο σταθμό στην ιστορία του κανόνα. Η Αγ. Γραφή δεν διαφυλάσσει μόνο την ενότητα της πίστεως, διαμορφώνει και την ταυτότητα της Εκκλησίας στον κόσμο. Τη διδάσκει να είναι κοινότητα αγάπης, διακονίας, δικαιοσύνης, συγχωρήσεως και ελπίδας. Την καλεί να υπερασπίζεται τον αδύναμο, να φροντίζει τον φτωχό, να υποδέχεται τον ξένο και να μαρτυρεί την αλήθεια χωρίς μίσος και περιφρόνηση προς τους άλλους. Η βιβλική διδασκαλία δεν μπορεί να περιορίζεται στην εσωτερική ζωή της κοινότητας, σαν να μην αφορά τις σχέσεις με τον κόσμο. Η παραβολή του καλού Σαμαρείτη ), η διδασκαλία της επί του Όρους ομιλίας (Ματθ. 5–7) και η εικόνα της τελικής κρίσεως (Ματθ. 25,31-46) υπενθυμίζουν ότι η αγάπη προς τον Θεό συνδέεται άμεσα με την έμπρακτη αγάπη προς τον συνάνθρωπο. Η Εκκλησία δεν τιμά την Αγ. Γραφή μόνο όταν την αναγιγνώσκει ή όταν διακηρύσσει τη θεοπνευστία της. Την τιμά όταν γίνεται πράξη το μήνυμά της στη ζωή των πιστών.
- Η ΑΓ. ΓΡΑΦΗ ΩΣ ΠΗΓΗ ΕΛΠΙΔΑΣ, ΠΑΡΗΓΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΑΝΤΟΧΗΣΜια ακόμη ουσιώδης διάσταση της πατερικής αντιλήψεως είναι η παρηγορητική δύναμη του λόγου του Θεού. Ο άνθρωπος αντιμετωπίζει στη ζωή του ασθένειες, πένθος, αποτυχίες, αδικίες, μοναξιά και αβεβαιότητα για το μέλλον. Η Αγ. Γραφή δεν υπόσχεται ότι ο πιστός θα απαλλαγεί από κάθε δοκιμασία. Του προσφέρει, όμως, ένα διαφορετικό πλαίσιο κατανοήσεως της ζωής: τη βεβαιότητα ότι ο Θεός δεν εγκαταλείπει τον άνθρωπο και ότι ο πόνος δεν έχει τον τελευταίο λόγο. Ο Απ. Παύλος γράφει ότι «ὅσα γὰρ προεγράφη, εἰς τὴν ἡμετέραν διδασκαλίαν προεγράφη, ἵνα διὰ τῆς ὑπομονῆς καὶ διὰ τῆς παρακλήσεως τῶν γραφῶν τὴν ἐλπίδα ἔχωμεν». Εδώ αποτυπώνεται ξεκάθαρα η σχέση της Αγ. Γραφής με την υπομονή, την παρηγοριά και την ελπίδα. Οι ψαλμοί εκφράζουν τον ανθρώπινο πόνο με αξιοθαύμαστη ειλικρίνεια. Ο ψαλμωδός δεν αποκρύπτει την αγωνία του ούτε προσποιείται ότι όλα είναι εύκολα. Κραυγάζει προς τον Θεό, ζητεί βοήθεια, εκφράζει τον φόβο του, αλλά συγχρόνως επιστρέφει στην εμπιστοσύνη προς τη θεία αγαθότητα. Αυτή η ειλικρίνεια έχει μεγάλη πνευματική αξία. Ο πιστός δεν χρειάζεται να κρύβει τον πόνο του πίσω από επιφανειακές διαβεβαιώσεις. Μπορεί να προσέρχεται ενώπιον του Θεού με την αλήθεια της υπάρξεώς του, ζητώντας φωτισμό, ενίσχυση και δύναμη. Οι διηγήσεις για τους προφήτες, τους δικαίους και τους Αποστόλους φανερώνουν ότι η πίστη δεν αποκλείει τη δοκιμασία. Ο Ιώβ δοκιμάζεται, οι προφήτες συναντούν αντιδράσεις, οι Απόστολοι αντιμετωπίζουν διωγμούς και ο ίδιος ο Χριστός οδηγείται στο πάθος. Η βιβλική μαρτυρία δεν παρουσιάζει την πνευματική ζωή ως μια ανέφελη διαδρομή, αλλά ως πορεία εμπιστοσύνης στον Θεό μέσα στις πραγματικές συνθήκες της ανθρώπινης υπάρξεως και η Ανάσταση του Χριστού αποτελεί το κέντρο αυτής της ελπίδας μας.

