ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ 28Η ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1940
«Η ΕΛΛΑΔΑ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ, ΤΗΣ ΘΥΣΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ»
†ΑΡΧΙΜ. ΣΠΥΡΙΔΩΝΟΣ ΚΑΤΡΑΜΑΔΟΥ
Πατέρες και αδελφοί, Υπάρχουν μέρες που περνούν μέσα από τον χρόνο χωρίς να αφήνουν ίχνος και μέρες που ο χρόνος, όσο κι αν κυλά, δεν μπορεί να τις σβήσει. Μία τέτοια μέρα η 28η Οκτωβρίου 1940. Μέρα χαραγμένη όχι μόνο στις σελίδες της ιστορίας, αλλά στη μνήμη, στη συνείδηση και στην ψυχή του Ελληνικού λαού. Είναι σημαντικό ότι σήμερα δεν βρισκόμαστε σε μία αίθουσα έναν απρόσωπο χώρο. Βρισκόμαστε μέσα στον Ναό. Εδώ όπου ο άνθρωπος γονατίζει, που η χαρά γίνεται δοξολογία και ο πόνος γίνεται προσευχή, η μνήμη των ανθρώπων συναντά την αιωνιότητα του Θεού.Μέσα στη σιωπή και την ιερότητα αυτού του χώρου, καλούμαστε να θυμηθούμε, εκείνους που έφυγαν, εκείνους που περίμεναν, εκείνους που πολέμησαν, εκείνους που θυσιάστηκαν, να θυμηθούμε ότι η ελευθερία που εμείς σήμερα θεωρούμε αυτονόητη δεν χαρίστηκε. Πληρώθηκε με ιδρώτα, με αίμα, δάκρυ, στερήσεις θυσίες. ζωές. Ας μεταφερθούμε νοερά σε εκείνο το μακρινό πρωινό. Είναι νύχτα, η Ελλάδα κοιμάται, στα σπίτια οι άνθρωποι αναπαύονται οι γονείς δίπλα στα παιδιά τους. Οι Πατέρες που την επόμενη μέρα θα σηκωθούν για την εργασία τους, ο νέοι που ονειρεύονται τη ζωή τους. Κανείς δεν γνωρίζει ότι σε λίγες ώρες η ιστορία θα χτυπήσει την πόρτα και τότε, μέσα στη σιωπή της νύχτας, η απειλή γίνεται πραγματικότητα. Η Ιταλία επιτίθεται στην Ελλάδα. Στις 5.00 το πρωί της 28ης Οκτωβρίου 1940 εκδηλώνεται η ιταλική επίθεση στην Πίνδο, την Λεβεντογέννα Ήπειρο, και τότε ένας ολόκληρος λαός ξυπνά. Όχι μόνο από τον ήχο των σειρήνων. Ξυπνά μέσα του. Ξυπνά η συνείδηση, φιλοτιμία, η αίσθηση του χρέους και η Ελλάδα λέει: Όχι. Μία λέξη μικρή, λιτή, δωρική, αλλά μέσα σε αυτή τη λέξη χωράει ολόκληρη η Ελληνική Ιστορία. Χωράει ο Μαραθώνας, η Σαλαμίνα, το Μεσολόγγι, το 1821, η αγάπη για ελευθερία, η αξιοπρέπεια ενός λαού, η πίστη ενός ανθρώπου που αρνείται να υποταχθεί στον φόβο. Το «Όχι» του 1940 δεν ήταν απλώς μία πολιτική απάντηση αλλά μία ιστορική στάση ζωής, άρνηση υποταγής και υπεράσπιση της ελευθερίας, και τότε αρχίζει η μεγάλη πορεία. Οι δρόμοι γεμίζουν στρατιώτες, τα τρένα μεταφέρουν νέους προς το μέτωπο. Στους σταθμούς, οι εικόνες συγκλονιστικές. Μια μάνα αγκαλιάζει τον γιο της και τον κοιτάζει στα μάτια. Θέλει να του πει χίλια πράγματα. Δεν μπορεί.
Τα λόγια πνίγονται στον λαιμό. Του σταυρώνει το μέτωπο, του βάζει στο χέρι έναν σταυρό, του δίνει μία μικρή εικόνα και του λέει:«Με την ευχή μου, παιδί μου…»Και εκείνος φεύγει, δεν γνωρίζει αν θα επιστρέψει, αν θα ξαναδεί το σπίτι του, αν θα ξανακούσει τη φωνή της μητέρας του. Ξέρει μόνο ένα πράγμα: Ότι η Πατρίδα τον καλεί και προχωρεί και τότε μπροστά μας υψώνεται η Πίνδος. Όχι η Πίνδος των τουριστικών εικόνων. Όχι η Πίνδος των ήρεμων καλοκαιρινών ημερών. Αλλά η Πίνδος του χειμώνα, της παγωνιάς, των απόκρημνων πλαγιών, του χιονιού.
Η ηρωική και αιματοβαμμένη Πίνδος που ο άνεμος μαστιγώνει το πρόσωπο και το χιόνι σκεπάζει τα μονοπάτια. Εκεί γράφτηκε ένα από τα συγκλονιστικότερα κεφάλαια της νεότερης ιστορίας. Εκεί ο Έλληνας στρατιώτης ανέβηκε στις κορυφές με παγωμένα πόδια, με κουρασμένα χέρια, με ελάχιστα εφόδια, με το σώμα εξαντλημένο, αλλά με την ψυχή όρθια. Κάθε βήμα μέσα στο χιόνι και μία απόφαση, κάθε ανάσα μέσα στην παγωνιά και μία διακήρυξη:«Δεν υποχωρούμε». Η Πίνδος έγινε μάρτυρας του ηρωισμού, του πόνου, της θυσίας. Οι κορυφές της κράτησαν μέσα στα χιόνια τους τις πατημασιές των στρατιωτών μας. Τα φαράγγια της άκουσαν κραυγές. Οι πέτρες της δέχθηκαν αίμα και ο άνεμος πήρε μαζί του τις τελευταίες προσευχές ανθρώπων που ίσως ήξεραν ότι δεν θα ξαναγυρίσουν. Αλλά η ιστορία του 1940 δεν γράφτηκε μόνο από εκείνους που κρατούσαν όπλα. Γράφτηκε και από εκείνους που έμειναν πίσω και ανάμεσά τους ξεχωρίζει η μορφή που έγινε σύμβολο: η γυναίκα της Πίνδου. Η Ηπειρώτισσα μάνα. Η αγρότισσα, σύζυγος, αδελφή. Η γυναίκα που ήξερε από μικρή τι σημαίνει κόπος και είχε μάθει να κουβαλά ξύλα., να μεταφέρει νερό, να δουλεύει τη γη, να φροντίζει παιδιά, να κρατά την οικογένεια, να αντιμετωπίζει το κρύο και όταν ήρθε η μεγάλη ώρα, πήρε στους ώμους της ένα ακόμη βάρος: την Πατρίδα. Οι Ηπειρώτισσες Γυναίκες της Πίνδου μετέφεραν τρόφιμα, ρούχα, πολεμοφόδια και άλλα εφόδια προς τις μονάδες που πολεμούσαν, σε εξαιρετικά δύσκολες ορεινές συνθήκες. Ας φανταστούμε την εικόνα. χιόνι. άνεμος. λάσπη. Βράχια, απότομα μονοπάτια και μέσα σε αυτά η ηπειρώτισσα γυναίκα που σκύβει. σφίγγει το φορτίο, το σηκώνει στην πλάτη και ανεβαίνει. Βήμα.Βήμα.. Μπροστά της το βουνό, πίσω το χωριό και μέσα στην καρδιά της ένα μόνο πράγμα:«Τα παιδιά πολεμούν. Πρέπει να βοηθήσουμε». Υπάρχουν μαρτυρίες και ιστορικές καταγραφές για γυναίκες που μετέφεραν φορτία σε υψόμετρα που τα μεταγωγικά μέσα δυσκολεύονταν ή αδυνατούσαν να φθάσουν. Αυτές οι γυναίκες δεν ζήτησαν δόξα, δεν περίμεναν μετάλλια, τιμές. Έκαναν αυτό που τους υπαγόρευε η συνείδησή τους και γι’ αυτό έγιναν τόσο μεγάλες. Τώρα ας κατεβούμε νοερά από τις κορυφές της Πίνδου και ας μπούμε σε κάθε ελληνικό σπίτι. Έξω χιονίζει. Ο άνεμος χτυπά τα παράθυρα, μέσα, υπάρχει μία μικρή φλόγα. Το καντήλι μπροστά στην εικόνα της Παναγίας η μάνα να γονατίζει. Τα χέρια της σκληραγωγημένα από την εργασία και τα μάτια της κουρασμένα, αλλά τώρα ενώνονται σε προσευχή, τα λόγια απλά:«Παναγία μου, φύλαξε το παιδί μου».Τι άλλο να ζητήσει; Δεν ζητά πλούτη, δόξα, τίποτε για τον εαυτό της. Ζητά μόνο να επιστρέψει το παιδί της και η εικόνα της Παναγίας στέκει μπροστά της. Σιωπηλή. Μητρική. Παρηγορητική, όπως στάθηκε δίπλα στον πιστό Ελληνικό λαό σε τόσες δύσκολες στιγμές της ιστορίας του. και έτσι η προσευχή γίνεται δύναμη. Το καντήλι γίνεται ελπίδα. Η Εκκλησία γίνεται καταφύγιο. Και η πίστη στήριγμα.
Αδελφοί μου, Όταν μιλούμε για την 28η Οκτωβρίου, πρέπει να προσέξουμε και κάτι ακόμα σημαντικό. Δεν τιμούμε τον πόλεμο. Τιμούμε εκείνους που υπερασπίστηκαν την ελευθερία μέσα σε έναν πόλεμο. Ο πόλεμος είναι πάντοτε τραγωδία και πίσω από κάθε μάχη υπάρχει ένας άνθρωπος, και πίσω από κάθε άνθρωπο μία οικογένεια. Πίσω από κάθε νεκρό υπάρχει μία μάνα. Πίσω από κάθε τραυματία υπάρχει μία ζωή που άλλαξε. Πίσω από κάθε στρατιώτη υπάρχει ένα σπίτι που περιμένει. Γι’ αυτό η μνήμη των ηρώων δεν πρέπει να μας κάνει φιλοπόλεμους. Πρέπει να μας κάνει φιλειρηνικούς. Να μας κάνει να καταλαβαίνουμε πόσο πολύτιμη είναι η ειρήνη. Να μην παίζουμε ποτέ με τη φωτιά της διχόνοιας. Να μη θεωρούμε τίποτε αυτονόητο. Και εδώ βρίσκεται το δυσκολότερο ερώτημα: Τι σημαίνει για εμάς σήμερα το «Όχι» του 1940; Δεν ζούμε εκείνες τις ημέρες. Δεν βαδίζουμε στα χιονισμένα βουνά. Δεν ακούμε τα πυροβόλα. Δεν αποχαιρετούμε τους γιους μας για το μέτωπο. Έχουμε όμως τις δικές μας μάχες της κάθε εποχή . Σήμερα χρειάζεται να πούμε: Όχι στην αδιαφορία. Όχι στο ψέμα, στην αδικία, στην περιφρόνηση του αδύναμου, στη βία, στη διάλυση της οικογένειας από την αδιαφορία και την έλλειψη αγάπης, στην απελπισία, στη λήθη. Και: Ναι στην αγάπη, την αλήθεια, την ειρήνη, την προσφορά, την αλληλεγγύη, την πίστη, την Πατρίδα στον άνθρωπο. Γιατί Πατρίδα, δεν είναι ένας γεωγραφικός χώρος. Δεν είναι σύνορα. Δεν είναι δρόμοι και βουνά. Πατρίδα είναι η μνήμη, η γλώσσα, η οικογένεια. οι πρόγονοι. Είναι οι Εκκλησιές και Μονές μας, οι καμπάνες που χτυπούν μέσα στην αυγή, το καντήλι που ανάβει ο κάθε πιστός, η προσευχή της μάνας, το μνήμα του παππού, το τραγούδι που μάθαμε από τους γονείς. Πατρίδα είναι η Ελλάδα που παραλάβαμε και την οποία οφείλουμε να παραδώσουμε και εδώ βρίσκεται το χρέος μας. Εκείνοι μας παρέδωσαν μία ελεύθερη Πατρίδα. Εμείς τι θα παραδώσουμε; μόνο υλικά πράγματα; θα παραδώσουμε ψυχή; Θα παραδώσουμε μόνο τεχνολογία; Ή και αξίες; Θα παραδώσουμε μόνο γνώσεις; Ή και ήθος; Ας μη λησμονήσουμε ποτέ ότι η λήθη είναι ο δεύτερος τραγικός θάνατος. Ο 1ος είναι όταν σταματά η καρδιά. Ο 2ος όταν παύουμε να θυμόμαστε και έχουμε ιερό χρέος να θυμόμαστε, τον στρατιώτη, τη μάνα και γυναίκα της Πίνδου, τον τραυματία, τον άγνωστο στρατιώτη, τον άνθρωπο που έφυγε από το σπίτι του και δεν επέστρεψε, εκείνον που πέθανε χωρίς να γνωρίζει αν η θυσία του θα δικαιωθεί και να τους πούμε σήμερα,: «Δεν σας ξεχάσαμε». Ας αφήσουμε, λοιπόν, για λίγο τη μνήμη μας να ταξιδέψει εκεί στα λεβέντικα υπερήφανα ηπειρώτικα βουνά, στα χιονισμένα υψώματα. Σήμερα εκεί απλώνεται σιωπή. Ας φανταστούμε πως ο άνεμος περνά πάνω από τις κορυφές. Εκείνος ο ίδιος σημερινός άνεμος κουβαλά τις φωνές των ανθρώπων που πολέμησαν, τις προσευχές των μανάδων, τον ήχο από τα βήματα των στρατιωτών το μεγάλο ελληνικό:«Όχι» και ας προσευχηθούμε: Κύριε, ανάπαυσε τις ψυχές εκείνων που έπεσαν. Ανάπαυσε τους νέους που δεν πρόλαβαν να γεράσουν. Τους πατέρες που δεν ξαναγύρισαν στα παιδιά τους. Τα παιδιά που δεν ξαναγύρισαν στις μητέρες τους. Τους συζύγους που έμειναν πίσω. Όλους εκείνους που προσέφεραν τη ζωή τους στον αγώνα για την ελευθερία και χάρισε σε εμάς σοφία να μην καταστρέψουμε όσα εκείνοι με τόσο αίμα υπερασπίστηκαν. Έτσι ένα ακόμα σημαντικό μήνυμα της 28ης Οκτωβρίου δεν βρίσκεται στο παρελθόν αλλά βρίσκεται στο αύριο. Γιατί η ιστορία δεν καλεί απλώς να κοιτάζουμε πίσω. Μας καλεί να βαδίζουμε μπροστά. Να δημιουργούμε, να εργαζόμαστε, να αγαπούμε, να ενωνόμαστε. να μεγαλώνουμε τα παιδιά μας με αρχές να τους μάθουμε ότι η ελευθερία δεν σημαίνει ασυδοσία, η δύναμη δεν σημαίνει επιβολή. Πατρίδα δεν σημαίνει μίσος για τον άλλο, πίστη δεν σημαίνει φανατισμό, ιστορία δεν σημαίνει εκδίκηση αλλά σημαίνει μνήμη, ευθύνη, σοφία και όταν βγούμε σήμερα από τον Ναό, ας πάρουμε μαζί μας μία εικόνα. Ας φανταστούμε έναν στρατιώτη να περπατά μέσα στο χιόνι. Προχωρεί μόνος. Το όπλο στον ώμο. Τα παπούτσια βαριά. Το κρύο διαπερνά το σώμα και όμως προχωρεί. Πίσω του βρίσκεται η Ελλάδα. Μπροστά του το άγνωστο και μέσα στην καρδιά του υπάρχει η Πατρίδα. Αυτός ο άνθρωπος μπορεί να μην γνώριζε ότι κάποτε θα μιλούσαμε γι’ αυτόν. Μπορεί να μην γνώριζε ότι το όνομά του θα χαρασσόταν σε ένα μνημείο. Να μην γνώριζε ότι κάποια παιδιά, πολλές δεκαετίες αργότερα, θα μάθαιναν την ιστορία του. Ήξερε όμως ότι έπρεπε να κάνει το καθήκον του και αυτό έκανε. Αυτό είναι το μεγαλείο. Όχι να περιμένεις να σε χειροκροτήσουν, αλλά να κάνεις το σωστό ακόμη κι όταν κανείς δεν σε βλέπει. Έτσι η 28η Οκτωβρίου είναι μνήμη. Είναι δάκρυ. Είναι περηφάνια. Είναι προσευχή. Είναι ευγνωμοσύνη. Είναι ευθύνη. Ας μη γίνει ποτέ μία τυπική γιορτή. Ας γίνει αφορμή να κοιτάξουμε βαθύτερα μέσα μας. Να ρωτήσουμε: Τι αξίζει πραγματικά στη ζωή; Για ποια πράγματα αξίζει να αγωνιζόμαστε; Και ας ψελλίσουμε μέσα μας Κύριε, Ας είναι αιωνία η μνήμη όλων εκείνων που έπεσαν υπέρ της Πατρίδος και ανάπαυσε τις ψυχές τους και με τις πρεσβείες της Παναγἰας Σκἐπης Σου ευλόγησε την Πατρίδα μας και προστάτευσε τα παιδιά, φώτιζε τις οικογένειές και χάριζε την ειρήνη στον κόσμο. Αμήν.